Το μοτοποδήλατο. Το μηχανάκι. Μικρού κυβισμού - 50 κ.ε. έως 125 κ.ε.. Άλλο στυλ από τη βέσπα και σαφώς μικρότερο από μια νορμάλ μοτοσυκλέτα. Πρόδρομος των παπιών. Κλασικές μάρκες μοτοσακό: Zundapp, Kreidler, Motobecane.

Λέξη των αρχών της δεκαετίας του '60, εκτός μόδας ήδη από τη δεκαετία του '80 και τώρα υπό εξαφάνιση. Ετυμολογείται από το Ιταλικό motosacco, όπου sacco=σάκκος - ίσως γιατί τα πρώτα μοτοποδήλατα είχαν σάκκους για ψώνια στο πλάι.

Ο πληθυντικός είναι τα μοτοσακό - το μοτοσακό, τα μοτοσακά είναι φάουλ εξίσου σοβαρό με το στυλό, τα στυλά.

Άλλα σχετικά λήμματα: πραπρά, πρι-πρι

- Πουθενά δεν είναι να πηγαίνεις την σήμερον ημέρα... παντού έχει τέντυ-μπόηδες με τα μοτοσακά...
- Μάλιστα, θείε... δίκο έχετε... (είσαι μπαρμπόιλ...)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέξη που χρησιμοποιούσαν παλαιότερα αντί για την λέξη μοτοσυκλέτα.

- Ήρθε με το μοτοσακό να με παρει να πάμε για μπάνιο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified