#1
tryager

in καρκάλι

Το καρκάλα = κεφάλι υπάρχει μόνο σε ένα σχόλιο ας το αναλάβει κάποιος.

#2
tryager

in κώλος

Να προσθέσω στο σχόλιο 1 τι γράφει το λεξικό των Liddel and Scott:

Από τοArchimedes Project

κῶλον, τό, limb, member of a body, esp. leg, A. Pr. 325, S. OC 183 (lyr.), Ph. 42, etc.; δρομάδι κ. E. Hel. 1301 (lyr.); κ. ταχύπουν Id. Ba. 168 (lyr.): mostly in pl., A. Pr. 81, S. OC 19; χεῖρες καὶ κῶλα E. Ph. 1185: generally, of arms and legs, and of animals, fore and hind legs, τὰ ἐμπρόσθια κ. Pl. Ti. 91e; τὰ ἔμπροσθεν καὶ τὰ ὄπισθεν κ. Arist. HA 498a3, cf. PA 690a20, etc.; δέρμα, τρίχας, ὄνυχάς τε ἐπ' ἄκροις τοῖς κώλοις ἔφυσαν Pl. Ti. 76e. 2 = κωλῆ 1, A. Pr. 496. 3 of plants, limb, arm, σκολιῆς ἄγρια κ. βάτου AP 7.315 ( Zenod. or Rhian. ): in pl., also, internodes of the νάρθηξ, Corn. ND 30. II generally, member, 1 of a building, side or front, of a square or triangular building, Hdt. 2.126, 134, 4.62, 108, Pl. Lg. 947e. b upright of a ladder, Apollod. Poliorc. 182.5, al. 2 limb or lap of the race-course, διαύλου θάτερον κ. A. Ag. 344. 3 Rhet., member or clause of a περίοδος, Arist. Rh. 1409b13, Phld. Rh. 1.165 S. , D.H. Comp. 22, Quint. 9.4.22, Demetr. Eloc. 1, Hermog. Id. 1.3, 2.3; στίξομεν κατὰ κῶλον Castor in Rh. 3.721 W.; διελὼν πρὸς κῶλον, of Origen in his Hexapla, Eus. PE 6.16. 4 in verse, metrical unit containing fewer than three συζυγίαι without catalexis, Heph. Poëm. 1; element of a στροφή, D.H. Comp. 19, etc. 5 ῥινοῦ ἐύ̈στροφα κ., poet. for a sling, AP 7.172 (Antip. Sid.). 6 incorrect form for κόλον (q.v.), Isid. Etym. 4.7.38, etc.; cf. κωλικός.

κόλον, τό, = ἡ τροφή, as etym. of κόλαξ, βουκόλος, δύσκολος and κοιλία, Ath. 6.262a, copied by Eust. 1817.53, 62 (who adds ἄκολος); applied to some form of preserved food in PSI 5.535.39, 46 (iii B.C.). II colon, part of the large intestine, Ar. Eq. 455, Arist. PA 675b7, Nic. Al. 23, Poll. 2.209. κολόροβ-ον and κολόκυντ-ος, v. κολλόροβον IV.

κόλος, ον, docked, δόρυ Il. 16.117; of oxen, stump-horned or hornless, τὸ γένος τῶν βοῶν τὸ κ. Hdt. 4.29; ὦ κόλε, addressed to a hegoat, Theoc. 8.51 (s.v.l.); of the κεράστης, Nic. Th. 260. 2 a kind of goat without horns, prob. the animal described by Str. 7.4.8, Hsch. 3 κόλος μάχη, name of Il. 8, Sch. Il. 8 init.; cf. κολοβομάχη.

#3
tryager

in κουκουβάγια

«...φοβερή ακαμψία στο σβέρκο. Για να γυρίσει να δει πλάγια, πρέπει να γυρίσει ολόκληρο το κορμί. » αυτό έρχεται σε αντίθεση με τα γλαυκόμορφα (=κουκουβάγιες), όπου μερικά είδη μπορούν να περιστρέψουν το κεφάλι τους σχεδόν κατά 360 μοίρες !!

#4
tryager

in πλονζόν

Τα λεξικά το έχουν ως πλονζόν, εγώ χρησιμοποιώ το πιο «εξελληνισμένο» πλεζόν, αυτός ο τύπος της λέξης έχει και άλλους χρήστες;

#5
tryager

in μπότσα

[Λεξικό Κριαρά]
μπότσα,η :1.Εξόγκωμα, προεξοχή σε μια επιφάνεια
πιθ. <ιταλ. bozza.
2. Η λ. με διαφορ. προέλ. (<βεν. bozza) και σημασ. (= δοχείο λαδιού ή κρασιού) | Σ.Τ. Try : 1 μπότσα=2 οκάδες=2,564 κιλά περίπου, σε ελαιόλαδο.

#6
tryager

in κάνω σεΐρι

Και το σεριάνι και το σεΐρι είναι αραβικής προέλευσης με κοινή ρίζα το σεΐρι (αραβικά sayr). Υπάρχει αυτο το τούρκικο ετυμολογικό λεξικό και με ένα αυτόματο μετάφραστη μπορείς να πάρεις μια ιδέα. Το πρόβλημα είναι με τα αραβικά και τα περσικά που δεν γράφονται με λατινικούς χαρακτήρες.

#7
tryager

in σεινάμενη λυγάμενη

Η κανονική έκφραση είναι « συνάμενη κουνάμενη » το «συνάμενη λυγάμενη» είναι παραφθορά αυτής. Εκτός από το κουνιστή έχει την έννοια του ανυποψίαστου («μεσ΄την καλή χαρά») ατόμου που πάει ή έρχεται κάπου. Το «συνάμενη» δεν υπάρχει στα λεξικά, μάλλον προέρχεται από το επίρρημα συνάμα= συγχρόνως, αν κρίνουμε από το νόημα που έχει π.χ. στην παρακάτω πρόταση: « Βλέπεις σκοτωμούς στην Κένυα, σκοτωμούς στο Ιράκ, πείνα και δυστυχία παντού, βλέπεις εικόνες σαν αυτή και μετά, να και μία συνάμενη κουνάμενη με τη χλέπαστο μαλλί και το σοβά στη μούρη, να σου λέει........ Πάρτε αυτόν τον σοβά... (που θα 'ναι κι ακριβός μετά τόση διαφήμιση), γιατί σας αξίζει......»

#8
tryager

in καλπουζανιά

Δεν υπάρχει συσχέτιση με το καρπούζι, το οποίο προέρχεται από το περσικό «xar + busa» = κώλος (!) αγγουριού (εννοεί«αποστρογγυλευμένο αγγούρι»). Εμείς το πήραμε με τη μεσολάβηση του τουρκικού Karpuz.

#9
tryager

in ματρακάς

Κύρια σημασία του mallet είναι η ματσόλα, αλλά εδώ με την έννοια του σφυριού με βάρος κεφαλής πάνω από κιλό (=hammer). Υπάρχουν πολλές παραλλαγές πρακτικών εργαλείων και αυτά τα εργαλεία έχουν συγκεκριμένο όνομα, αλλά φυσικό είναι να μπερδεύουμε τα ονόματα τους. Βασικό συστατικό της ζωντανής γλώσσας.

#10
tryager

in ματρακάς

Το ματρακάς (σφυρί-βαριά) προέρχεται από το αραβικό matrakah. π.χ. Ματρακάς με ξύλινο χέρι 1.25kg. Mallet wooden-handle 1.25kg.

Ο ματρακάς (χρέπι) με την μεταφορική έννοια του παλιού αυτοκινούμενου οχήματος, δίνεται και ως παρατσούκλι (είναι και επώνυμο) στον οδηγό του συγκεκριμένου οχήματος. Πιθανόν να προήλθε από τον παρόμοιο δυνατό και εκνευριστικό ήχο που παράγουν, όπως λέει και ο Βασίλης-7.

Το πρώτο παράδειγμα (τη φαστούνια ...) είναι clopy paste από το google, δεν ξέρω αν αληθεύει, αλλά πιθανόν είναι :)), η ιστοσελίδα είναι εδώ.

#12
tryager

in μποχλάδα / μποχλάδω

Ετυμολογικά, εκτώς από την αχλάδω, παίζει και το μπουχέσας από το μπουχός (=πυκνή σκόνη που αιωρείται) και το χέστης. Δηλαδή φοβητσιάρης και χοντρός.

Δείτε αυτό το βίντεο (φάρσα) έχει πολύ γέλιο:
http://espanol.video.yahoo.com/watch/744553/3236237
Στο σκηνικό γράφει περίπου: Πρόσεχε! Είναι λάθος σου!(αν κοιτάξεις).
Στο scroll γράφει: «Οι περίεργοι πεζοί τρώνε μία τάρτα στη μούρη»

#14
tryager

in φούφουτος

῎Ωδινεν ὄρος καὶ έτεκε μῦν. :)
Χαιρετώ το αναγραμμαντείο!
Το «Ο Φούφουτος, ο πούτσος μου ο ξεσκούφωτος.» έχει μόνο την σημασία της έκφρασης δυσανασχέτησης από τον ομιλητή(του δεύτερου παραδείγματος,του Paparas) ή έχει και σεξουαλικό υπαινιγμό; Πάντως, αυτή η έκφραση μπορεί να γίνει και αυτόνομη (άλλο λήμμα).

Βασικά, εγώ ήθελα να συμπληρώσω τον ορισμό που έδωσε ο Paparas(ίδια σημασία), έπρεπε να το κάνω ως απλό σχόλιο ή ως πρόσθετο ορισμό(όπως έκανα);
Γίνεται να βελτιώσουμε, εμείς οι ίδιοι, τον ορισμό μας και πώς; Δεν βγάζω άκρη.