#1
deinosavros

in νιαγάρας

Ψυχραιμία Βράστα, δεν είναι δικό μου το καρκινικό.

#2
deinosavros

in νιαγάρας

όταν σήκωσα το βλέμμα μου ανέμελα και τα μάτια μου αντίκρυσαν τούτο το έργο τέχνης για πρώτη φορά, κάτι ένιωσα μεσα μου, κάτι πρωτόγνωρο, κάτι δυνατό. Άξαφνα μια γλυκιά θέρμη γέμισε την καρδιά μου, κοιτάζοντας κάτι για το οποιό, μονάχα ιστορίες είχα ακούσει. Ήταν δυνατόν; Αγγιζα σχεδόν το όνειρο;

Το χέρι μου άγγιξε με δέος την αλυσιδίτσα και απαλά την έσφιξε στα ακροδάχτυλα του καθώς την τράβηξε με προσοχή κι ένας ένας οι ήχοι του φλοτέρ, του νερού, των μεταλικών ελασμάτων και όλων εκείνων των μικρών και υπέροχων εξαρτημάτων του, άρχισαν να σμίγουν μεταξύ τους και να ταιριάζουν μια μουσική απόκοσμη, αγγελική που με έκανε να ριγήσω απο δέος.

Δεν χρειάζονται άλλα. Τι να πει ένας θνητός για τον παράδεισο κι ας τον αντίκρυσε;

Με τη δύναμη των θεών, το καζανακι ΜΠΕΣΤ ΝΙΑΓΑΡΑ είναι ένα μοναδικό κόσμημα στον χώρο (και όχι μόνο), βγαλμενο απο μια εποχή που δυστυχώς δεν θα ξανάρθει. Δεν αντιγράφεται η πρεζα, δεν βγαίνει ξεπατικούρα η τέχνη κι η μαστοριά η αληθινή. Τεχνοτροπία, ύφος, χρώμα, γωνίες, μέταλλο και ροή; ενταξει, ΝΙΑΓΑΡΑΣ λέμε ρε σκύλε.

Ευκοίλιος πολυθεϊστής εδώ

#3
deinosavros

in νιαγάρας

Κι άμα η κουράδα είναι χοντρή και τραβήξεις δυό φορές βγαίνει και palindrome: Niagara, o roar again.

#4
deinosavros

in ρέφα

Δες και σχόλιο του Λιονταριού εδώ.

#5
deinosavros

in τόκα

Να πει "θέλω πιτόγυρο". Αν και μάλλον για καλαμάκι χοιρινό τον βλέπω.

#6
deinosavros

in ρέφα

Εδώ το βρίσκω ως (προφ) αραβ. προέλευσης, rafah = αφθονία, πλούτος < ρίζα rfh. Αλλά δεν μου πολυκολλάει, προκρίνω τη λατινογενή ρίζα για τα ρέφα / ρεφάρω.

#7
deinosavros

in τόκα

Σωστό και το θηλυκό, επιβεβαιώνω Χότζ περί Μίσσιου. Στο αρσενικό το βρίσκω στη Ζωή εν Τάφω, που λέει για ένα τούρκικο τελαμώνα λάφυρο, με μπρούτζινους τοκάδες.

#8
deinosavros

in τόκα

Χότζα γράψε λήμμα και θα σου πάρω πιτόγυρο.

#9
deinosavros

in μονόπετρο

Μπα, απ' τον Αύγουστο.

#10
deinosavros

in μονόπετρο

Στος ο Δον. Δες και το κατρακύλι.

#11
deinosavros

in τόκα

Τι να πω, προσωπικά την αγκράφα την ξέρω όπως κι ο Βικ, ο τοκάς, στο αρσενjικό του.

#12
deinosavros

in τόκα

Στος ο Βικ να 'ουμ. Η τόκα (θηλ.) είναι η χειραψία. Την έχει κι ο Παπαδιαμ. σε κείνο πώς το λέγανε, "Ο Αμερικάνος" νομίζω, που δεν ήθελε να κάνει talk με τους ντόπιους και το πήρανε στραβά.

#13
deinosavros

in γλειφομουνάκιας

Νομίζω ότι στους θλιβερούς αρνητές / εχθρούς της αργκό μπορούμε να καυχηθούμε ότι το βασικό τεχνικό χαρακτηριστικό της γλώσσας (ιντέντιντ) είναι η ευλυγισία.

#14
deinosavros

in γλειφομουνάκιας

Κλείστε τα αιδοιοληχεία :-Ρ

#15
deinosavros

in παρθενιά

"Σπάζω την παρθενιά" λένε και για το πρώτο τσιγάρο που παίρνουμε ανοίγοντας το καινούργιο πακέτο. Κάπου το γράφει κι ο Σκαμπαρδώνης, προσωπικά το ξέρω από λέιτ εβδομήνταζ.

#16
deinosavros

in συγκούρβουλοι

Δες κι εδώ.

#17
deinosavros

in καλικατσούνες

"φίλος κύπριος". Φίλος????

#18
deinosavros

in καλικαντζούρια

Τέσσερις μέρες. Κόκαλα είχε κείνος ο γκαϊβές?

#19
deinosavros

in κομόντα

Ελα μωρέ άρχοντα, εδώ κοτζάμ πούστης έγινε φούστης...

#20
deinosavros

in κομόντα

Δεν το κόβω αυτό του Η.Π. Κομοντόρια λένε τα ντοματίνια, προφ < pomme d' or.

#21
deinosavros

in χέζω μαλλί

Την ξέρω ως ρουμελιώτικη έκφραση (ενισχυμένη με λύκο), και τη βρίσκω και στο ημερολόγιο του καπαπίτη: - Δε μου λές, Λιάκουρα, η γυναίκα μου με τις άλλες [...] τι έγιναν? - [...] θα σου πώ, Μπάρμπα Μήτσο, πάντως έχεσαν μαλλί από λύκο - Βγήκαν, είναι ζωντανές? - Ναι, ζωντανές είναι όλες [...]

#22
deinosavros

in σύψωμος, ταϊστός

Έβαλε αλλού τριόργητο και μαλακό χωράφι / εκτεταμένον, κάρπιμο και μέσα ζευγολάτες / πολλοί με τα ζευγάρια τους το εσχίζαν άνω κάτω. / Και όταν γυρίζαν κι έφταναν στου χωραφιού την άκρην, / άνθρωπος τους επρόσφερνε ποτήρι όλο γεμάτο / γλυκό κρασί, κι εγύριζαν στες αυλακιές εκείνοι / πρόθυμοι του μεγάλου αγρού να φθάσουν εις την άκρην.

Ιλιάδα Σ 540-546 (μτφρ. Ιακ. Πολυλά).

#23
deinosavros

in φουρκάδα

Ναι, προφ όλα από κει.

#24
deinosavros

in σταθεροτυρόπιτα

Σωστός, η μακαρονάδα είναι το εύκολο χορταστικό φαΐ, το οποίο μπορείς να το κάνεις εντελώς σκατά μόνο κάποιες ώρες μετά την κατανάλωσή του. Με τον πούστη και τη φασολάδα (εθνικό έδεσμα κιετς) έχουν ασχοληθεί εξαντλητικά λαός και στρατός ενωμένοι. Δεν θέλω να θυμάμαι τις ομελέτες για οχτακόσα άτομα που κάνανε στου Παλάσκα, ούτε τη μαύρη λουρίδα που βλέπαμε πάνω στο κρέας ανοίγοντας τα ζβαν της πυρκαγιάς που ανακάτευαν με τα αυγά.

#25
deinosavros

in σταθεροτυρόπιτα

Τι να παίζει, άμα σε μπαγλαρώσουνε, γάμησέ τα.

#26
deinosavros

in καλικαντζούρια

Εγώ.

#27
deinosavros

in σταθεροτυρόπιτα

Από τον "Ωρωπό" του Μπάτη είναι ο στίχος Βικ, Τρίτη Πέμπτη μακαρόνια / φάτε μάγκες βγάλτε χρόνια. Εξ ου και τα φυλακίστικα συμφραζόμενα.

#28
deinosavros

in καλικαντζούρια

Γραφικέ, δυσνόητε, ασαφή και ακατάληπτε χαρακτήρα, τι σε κάνει να πιστεύεις ότι ένας καφές θα βελτιώσει την άθλια εμφάνισή σου? :-Ρ

#29
deinosavros

in φουρκάδα

< λατιν. furca= όργανο (σε σχήμα Λ) βασανιστικής εκτέλεσης στους Ρωμαίους, αντικατέστησε τον σταυρό μετά την επικράτηση του χριστιανισμού. Ο Σιμόπουλος κάνει εκτεταμένη αναφορά στη φούρκα στο Βασανιστήρια και Εξουσία.Τις φουρκάδες= στηρίγματα φυτών τις καταγράφει ως φουρκάλες.

#30
deinosavros

in Χρι

Καθόταν μια φορά στον πάγκο ένας Ντούτσε / κι ήρθε κι ένας Φύρερ / κι οι τρελοί εγίνανε δυό.

Καθόταν μια φορά στον πάγκο ο Ντούτσε και ο Φύρερ / κι ήρθε κι ένας Καουντίλιο / κι οι τρελοί εγίνανε τρεις.

Καθόταν μια φορά, στον πάγκο μια φορά / ο Μου ο Χί κι ο Φρά / μια του κλέφτη, δυό του κλέφτη, τρεις / στο διάβολο πάνε κι οι τρεις, πάνε κι οι τρεις.

( Από μνήμης, από το Μαουτχάουζεν του Ιακ. Καμπανέλλη).