1. Μουνί που τρικλίζει.

  2. Η γκόμενα που παραπονιέται, που κλαίγεται.

«Είχαμε βγει με τον Αντώνη και την γκόμενά του, η οποία όλο κλαιγότανε. Μου έσπασε τα νεύρα το τρικλομούνι.»

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
Vrastaman

Άξιος!