Άνδρας ο οποίος κάνει κατάχρηση αρωμάτων και γενικά καλλυντικών.

Εγχώριος πρόδρομος του metrosexual, ο David Beckham σε ελαφρολαϊκή έκδοση.

-Τί γιασεμής είναι κι αυτός μωρέ. Κάθισα δίπλα του και με ζάλισε αρωματισμένος στο φούλ σου λέω.

Γιώργος Γιασεμής: "Μα έλα που έχω μια καρδιά που σ\' αγαπάει και στο κορίτσι της χατίρι δεν χαλάειιιι" - αυτά είναι, εμ. (από Galadriel, 20/02/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
poniroskylo

Παλιά αργκό, υπάρχει στο Λεξικό της Πιάτσας του Καπετανάκη του 1950.

Γιασεμῆς, ὀ = Αύτὀς ποὐ ἔχει μανἰα νἀ βἀζῃ αρὠματα. Ό μυρωδᾶτος.

«Τὶ νἀ τὸν κἀνουνε τὰ κορἰτσια για παρἐα; Αύτὲς θἐλουνε ἄντρες, κι΄ ὄχι γιασεμῆδες!»

#2
HODJAS

Σωστός! Και αυτούς που βάζανε λουλούδι στη μπουτονιέρα, τους φωνάζανε «πιτάφιους»...

#3
Galadriel

Μήδι: ξύπνησε το σκυλί μέσα μου, δώσεεεε αχαχαχα