Άνδρας ο οποίος κάνει κατάχρηση αρωμάτων και γενικά καλλυντικών.
Εγχώριος πρόδρομος του metrosexual, ο David Beckham σε ελαφρολαϊκή έκδοση.
-Τί γιασεμής είναι κι αυτός μωρέ. Κάθισα δίπλα του και με ζάλισε αρωματισμένος στο φούλ σου λέω.
Άνδρας ο οποίος κάνει κατάχρηση αρωμάτων και γενικά καλλυντικών.
Εγχώριος πρόδρομος του metrosexual, ο David Beckham σε ελαφρολαϊκή έκδοση.
-Τί γιασεμής είναι κι αυτός μωρέ. Κάθισα δίπλα του και με ζάλισε αρωματισμένος στο φούλ σου λέω.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
3 comments
poniroskylo
Παλιά αργκό, υπάρχει στο Λεξικό της Πιάτσας του Καπετανάκη του 1950.
Γιασεμῆς, ὀ = Αύτὀς ποὐ ἔχει μανἰα νἀ βἀζῃ αρὠματα. Ό μυρωδᾶτος.
«Τὶ νἀ τὸν κἀνουνε τὰ κορἰτσια για παρἐα; Αύτὲς θἐλουνε ἄντρες, κι΄ ὄχι γιασεμῆδες!»
HODJAS
Σωστός! Και αυτούς που βάζανε λουλούδι στη μπουτονιέρα, τους φωνάζανε «πιτάφιους»...
Galadriel
Μήδι: ξύπνησε το σκυλί μέσα μου, δώσεεεε αχαχαχα