Selected tags

Further tags

Η λέξη που καρφώνει το τελευταίο καρφί στο φέρετρο μιας συζήτησης που έχει ψοφήσει κι έχει περάσει κάνα δεκάλεπτο αμήχανης σιωπής, όπου οι παρευρισκόμενοι κοιτάνε το ταβάνι, κροκοδειλιάζουν, θυμούνται κάποια παλιά τους πρώην, σκέφτονται ότι πρέπει να πάνε στην εφορία ή απλά εύχονται να βρίσκονταν οπουδήποτε αλλού.

Το "αυτάαα..." είναι το σφύριγμα που σηματοδοτεί και επίσημα τη λήξη της κουβέντας, οπότε και όλοι αρχίζουν να μαζεύουν κινητά-κλειδιά-τσιγάρα και να παίρνουν την άγουσα για τα αποδυτήρια.

Σε κάθε παρέα υπάρχει κι ένας τύπος που είναι ο πρώτος που θα πει "αυτάαα..." μετά από ένα ικανό διάστημα αμήχανης σιωπής. Είναι ο τύπος που συμπαθούν λιγότερο οι υπόλοιποι.

Περιττεύει.

Got a better definition? Add it!

Published

  1. Εκδηλωνω με ηχηρό -συνήθως- τροπο ευχάριστη διάθεση με γέλια και ύστερα αθόρυβα με δάκρυα και ίσως χαμηλά ρουθουνισματα.

    1. Αποτελεί αποτέλεσμα-αντίδραση απέναντι σε ένα γεγονός που μας φαίνεται γελοίο

-πέτυχα τον πρώην σου χτες με την καινούρια στη στάση του μετρό. -ακόμα με αυτήν κυκλοφορεί αυτός; Κλαίω εμφανιζόμενο κείμενο συνδέσμου

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το παλιό καλό "το μπούλο" σε ένα πιο φρέσκο βερσιόν...

Εκεί που πίναμε τον καφέ μας σκάει μύτη ο μαλάκας ο Αλέξης..και του λέω έλα το μπέογλου απο'δω.

Got a better definition? Add it!

Published

de profundis

Ἔκφραση προερχόμενη ὰπὸ τὸν Ψαλμὸ 129 τοῦ Δαυὶδ (Ἐκ βαθέων ἐκέκραξά σοι, Κύριε...)

Ἔγινε εὐρύτερα γνωστὴ ἀπὸ τὸ de profundis τοῦ Oscar Wilde.

Προφανῶς ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸ προηγούμενο ὁ Ναπολέων Λαπαθιώτης ἔγραψε τὸ ποίημα Ἐκ βαθέων.

Στὶς μέρες μας ἔχει καταντήσει "ἔκφραση καραμέλα" καὶ τὴ βλέπουμε, ἀπὸ βαρύγδουπους δημοσιογραφικοὺς τίτλους μέχρι τὸ facebook. Γι'αὐτὸ νομίζω πὼς μπορεῖ νὰ σλανγκιστεῖ.

Σὲ μία ἐξομολόγηση "ἐκ βαθέων" στὸ συνεργάτη μας ... ὁ γνωστὸς (καλλιτέχνης, πολιτικὸς, δημοσιογράφος κλπ,κλπ) κάνει μία κατάθεση ψυχῆς μπλαμπλαμπλὰ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

συμπλοιοκτήτης, συνιδιοκτήτης, μεριδιοῦχος.

Τὸ εἶχα ἀκούσει μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια ἀπὸ κάποιον παλιὸ ναυτικὸ πρὶν ἀπὸ ἀρκετὰ χρὸνια. Ὅπως λέει καὶ τὸ wiktionary ἦταν "όρος ιδιαίτερα διαδεδομένος στη νησιωτική Ελλάδα, στην ελληνική επανάσταση του 1821 οι περισσότεροι καραβοκύρηδες ήταν παρτσινέβελοι, αργότερα ο όρος εξελίχθηκε σε επίθετο." ἐδῶ

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας, τὴν ἐποχὴ τῆς μεγάλης ἀνάπτυξης τῆς ναυτιλίας στὴ νησιωτικὴ Ἑλλάδα (ἐξ αἰτίας τῆς συνθήκης τοῦ Κιουτσοὺκ Καϊναρτζῆ καὶ τῶν Ναπολεοντίων Πολέμων) ἦταν πολὺ διαδεδομένος καὶ ὁ θεσμὸς τοῦ συντροφοναύτη, δηλ. τοῦ ναύτη ποὺ πληρωνόταν, ὄχι μὲ μισθὸ, ἀλλὰ μὲ ποσοστὰ ἀπὸ τὰ κέρδη τοῦ πλοίου. ἐδῶ

Στα 15 τον έβαλε ο πατέρας του παρτσινέβελο, δηλαδή μεριδιούχο στο πλοίο του, και στα 18 του ναυπήγησε την πρώτη γαλιότα. (Ιωάννης Βαρβάκης) ἐδῶ

Ἡ λέξη μὲ σχεδὸν τὴν ἴδια ἔννοια (συνιδιοκτήτης) χρησιμοποιεῖται καὶ σχετικὰ πρόσφατα:

Τα βιβλία του τυπώνονταν στα καλύτερα τυπογραφεία της Αθήνας και, όπως γράφει στην Προσωπική Ικαρολογία το 1993 ο Γ.Π. Σαββίδης, «σιγά-σιγά, όλες οι εκδόσεις του Ίκαρου απόκτησαν ένα διακεκριμένο ύφος, εν μέρει οφειλόμενο στην εικαστική ευαισθησία των δύο παρτσινέβελων (συνιδιοκτητών), και στην προσωπική τους φιλία με τον Μόραλη και τον Τσαρούχη». (Εφημερίδα Το Βήμα, 10/8/1997) ἐδῶ

Τὀ wiktionary δίνει ὡς πιθανὲς ἐτυμολογίες: < ἰταλικά barcaiuolo / barcaiolo (βαρκάρης) ἤ τουρκικά parça (κομμάτι). Ἡ ἔννοια τῆς συνιδιοκτησίας μᾶς ὁδηγεῖ μᾶλλον στὴ δεύτερη.

Στὸ wiktionary καὶ στὸ Κερκυραϊκὸ Λεξικὸ τὴ βρίσκουμε μὲ 2η ἔννοια νοικοκύρης, ἀφεντικὸ.

Ὅλα κι ὅλα! Δὲ θὰ σὲ βάλω καὶ παρτσινέβελο στὸ κεφάλι μου!

  1. Τέλος στὸ γλωσσάρι τοῦ Τσιφόρου τὴν βρίσκουμε μὲ 3η ἔννοια

παρτσινέβελος = σύρτης

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σλανγκασίστ: Khan (σκατοψύχι).

Τὸ τμῆμα τῆς περιουσίας ποὺ κρατοῦσαν οἱ γονεῖς γιὰ τὰ γεράματά τους. Συνήθως τό 'παιρνε ὅποιος απὸ τὰ παιδιὰ ἤ τοὺς ὑπόλοιπους συγγενεῖς τοὺς φρὸντιζε στὸ τέλος τῆς ζωῆς τους. Ἡ λέξη ἦταν ἐν χρήσει στὴν Κύθνο τὶς παλιὸτερες ἐποχὲς.Πρέπει νὰ ἦταν διαδεδομένη καὶ σὲ ἄλλες περιοχὲς, ὅπως ἡ Κρήτη, ὅπως φαίνεται ἐδῶ:

"Οι άνθρωποι στα χωριά όταν παντρεύανε ένα παιδί, του δίνανε και το ανάλογο μερίδιο της περιουσίας τους, το μοιράσι, όπως το λέγανε. Για τους ίδιους κρατούσανε το δικό τους μερίδιο, το δικό τους μοιράσι, που το λέγανε γεροντομοίρι. Το μοιράσι αυτό είχε διπλή χρησιμότητα. Από τη μια εξασφάλιζε στους γέρους ένα ελάχιστο εισόδημα για να ζήσουνε, αφού τα παλιά χρόνια δεν υπήρχανε ούτε συντάξεις ούτε επιδοτήσεις, και από την άλλη οι γέροι εξασφαλίζανε κατά κάποιο τρόπο ότι όταν δεν θα μπορούσαν πια να αυτοεξυπηρετηθούν, κάποιο από τα παιδιά τους θα τους φρόντιζε, θα τους γεροντοκομούσε όπως λέγανε, προκειμένου να πάρει το γεροντομοίρι τους."

Στὴν Κύθνο ἡ διανομὴ τῆς οἰκογενειακῆς περιουσίας στὰ παιδιὰ δὲν ἀκολουθοὺσε συγκεκριμένους κανόνες, ὅπως σὲ ἄλλες περιοχὲς, ὅπου τὴ μερίδα τοῦ λέοντος (καὶ κάποιες φορὲς ολόκληρη τὴν περιουσία) ἔπαιρνε ὁ πρωτογιὸς, ὀ κανακάρης, συνήθως στὴν ἠπειρωτικὴ χώρα, ἥ ἡ πρωτοκόρη (κανακαριὰ ἤ κανακαρὰ), ὅπως συνηθίζονταν σὲ κάποια νησιὰ τοῦ Αίγαίου. Ὅπως ἀναφέρει ὁ Σιμόπουλος (ἄν θυμᾶμαι καλὰ) ἡ συνήθεια αὐτὴ εἴχε γίνει σοβαρὸ κοινωνικὸ πρόβλημα, γιατὶ καταδίκαζε τὰ ὑπόλοιπα παιδιὰ (τῶν τότε πολυμελῶν οἰκογενειῶν) νὰ ζήσουν σὲ πλήρη ἀνέχεια. Μάλιστα κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας τὸ Πατριαρχεῖο ἔβγαλε διάταγμα ποὺ ἀπειλοῦσε μὲ ἀφορισμὸ ὅλους ὅσοι τ' ἄφηναν ὅλα σ' ἔνα παιδὶ.

Οὕλα τῶ'ντάδωσα. Κράτησα μοναχά 'κεῖνο τὸ χωραφάκι στὴ Κατωμεριὰ γιὰ γεροντομοῖρι, κι ὅποιος μὲ κοιτάξει στὰ στερνὰ μου θὰ τὸ πάρει.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το χασίς.

Ρεμπέτικη, μάγκικη, και παλιομοδίτικη λέξη σε χρήση από μόρτηδες.

- Τα 'μαθες για τον Γιάννο; Γύρναγε με το τραίνο από Καλαμάτα με 10 κιλά νταμίρα στη βαλίτζα και τον επιάσανε, την επομένη ήταν έξω σαν να μη τρέχει τίποτα.

-Αφού στο έχω πει ρε μόρτη, είναι της ρουφιάνος της ασφάλειας.

Και φυσικά σε δύο-τρία τουλάχιστον εξαιρετικά ρεμπέτικα τραγούδια: εδώ, εδώ και εδώ !

Got a better definition? Add it!

Published

Τεζιάκι ἤ τεζάκι.


Ἐπίσης τεζιάχι ἤ τεζάχι ἐδῶ

"Το τεζιάκι, [ουσιαστικό], ξύλινος πάγκος στον οποίο τοποθετούνταν τα μπουκάλια με τα ποτά του καφενείου, αλλά και τα ποτήρια, τα φλιτζάνια του καφέ, καθώς και τα πήλινα και εμαγιέ πιατελάκια τους. Κάποιες φορές ήταν φτιαγμένο από πεντελικό μάρμαρο με σκαλιστές λεπτομέρειες, γούρνα από χαλκό, βρυσάκια-δοκιμαστές αλλά και ειδική θέση για τα χρήματα.

Στα παλαιά καφενεία συχνά, ήταν κατασκευή που περιβάλλονταν από ένα είδος ξύλινου τέμπλου, γεμάτο ράφια στολισμένα με μικρά μπουκαλάκια ποτών, όπου ετοιμάζονταν ο ο δίσκος με την παραγγελία, και αποτελούσε τον προσωπικό και συνήθως άβατο για τους πελάτες, χώρο του καφετζή." ἐδῶ

Στο τεζιάκι συνήθως βρισκόνταν κι ο μπεζαχτάς, το ταμείο δηλαδή του καφενέ.

Ετυμολογία

τεζιάκι < τουρκική tezgâh < περσική دستگاه (dastgāh) 

ἐδῶ

"... και πήγε και θρονιάστηκε ολομόναχος, στο βάθος, πλάι στο τεζιάκι του καφετζή", Νίκου Καζαντζάκη, "Ὁ Καπετάν Μιχάλης"

"πετάχτηκε από το τεζιάκι και έτρεξε να τον καλωσορίσει", Νίκου Καζαντζάκη, "Ὁ Χριστός ξανασταυρώνεται".

"ὁ δὲ Μιχάλης ἔλαβε τὴν βοτίλιαν τῆς μαστίχας ἀπὸ τὸ τεζάχι καὶ ἤρχισε νὰ πίνῃ ἡδονικῶς εἰς μεγάλας δόσεις." Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, "Βαρδιάνος στὰ σπόρκα"

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ἡ ἔκφραση σημαίνει ὅτι τρεῖς μοιράζονται κάτι. Συνήθως ἀναφέρεται σὲ περίεργες ἤ ἁμαρτωλὲς καταστάσεις, τρίγωνα καὶ τὰ τοιαῦτα,

Γύρω γύρω τρεις στο γύρο αμαρτήσαμε, γύρω γύρω δυο για σένα την πατήσαμε

Στίχοι ἀπὸ τὸ τραγοῦδι Γύρω-γύρω

ἀλλὰ ὄχι πάντα.

- Δὲ μοῡ λὲς, τὴ βάρκα τὴν ἔχετε τρεῖς στὸ γῦρο; - Τὶ νὰ κάνω, ἀφοῦ δὲν εῖχα λεφτὰ νὰ τὴν πάρω μοναχὸς μου.

Ἡ ἔκφραση εἶναι αρκετὰ παλιὰ, τὴ θυμᾶμαι ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ '50. Μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ πιὸ παλιὰ (τὸ πιὸ πιθανό).

Πάντως τὸ 1978 ὑπῆρχε ὁμώνυμη τηλεοπτικὴ σειρὰ στὴν ΥΕΝΕΔ.

Τρεῖς στὸ γῦρο

σλανγκασίστ: στη γύρα (ὁρισμὸς titsunited/σχόλιο xalikoutis)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παραθέτω αὐτούσιο τὸν ὁρισμὸ τοῦ Νικολάου Πολίτη:

Ἐπὶ προώρου ἀποτυχίας ἐπιχειρήσεως ἤ ἐπὶ ἀποστερήσεως τῶν προσδοκομένων κερδῶν. Ὑποτίθεται λέγων τὴν φράσιν οἰκοδεσπότης πρὸς ξενιζόμενον, παρακελεύων αὐτὸν νὰ νιφθῇ, ὡς περατωθέντος δῆθεν τοῦ δείπνου, ἐνῷ οὗτος οὐδὲν ἤ ὀλίγον ἔφαγεν.

ἐδῶ

Λέγεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η αποτυχία μιας ενέργειας μας είναι δεδομένη από την αρχή και επομένως πρέπει να σταματήσουμε κάθε σχετική προσπάθεια.

ἐδῶ

Θὲς νὰ ρίξουμε παραγάδια ἀπόψε κι οὔτε δόλωμα, οὔτε νεταρισμένα παραγάδια ἔχουμε! Νίψου κι ἀποφάγαμε!

Σχετικὸ καὶ τὸ φέξε μου και γλίστρησα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified