Κάνω κάποιον άλογο σημαίνει τον κάνω να τρέχει σαν να ήταν άλογο. Να τρέχει και να μη φτάνει κιόλας.

Αυτό μπορεί να συμβαίνει γιατί τον ταράζω στη δουλειά. Στην περίπτωση αυτή το «κάνω άλογο» σημαίνει κάνω καψόνι και τον εξαντλώ. Ή μπορεί να συμβαίνει γιατί τον εκνευρίζω και δεν μπορεί να σταθεί σε ένα μέρος. Σε αυτή την περίπτωση το «κάνω άλογο» σημαίνει τρελαίνω, του σπάω τα νεύρα.

  1. Ο καινούργιος ο διευθυντής μας έχει κάνει άλογα. Τρίτο σάββατο στη σειρά μας κουβαλάει στο γραφείο.

  2. Καλά, η Ρίτσα κουρντίζεται πάρα πολύ εύκολα. Της έλεγε ο Βασίλης για τον Καρατζαφέρη και τι καλός που είναι και την έκανε άλογο. Σχεδόν χλιμίντριζε από τα νεύρα της.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified