Ο καραβανάς, απάλευτος καρμίρης μονιμάς που έχει τις δυο σαρδέλες στην παραλλαγή του από τον καιρό που οι ΕΣΣΟ ήταν σε αριθμό διψήφιο. Αναλαμβάνει συνήθως υπηρεσία λοχία εβδομάδος ή όργανου υπηρεσίας. Και σε κάθε παράκληση να σε καβατζώσει, σε αρχίζει στα σιχτίρια τύπου «γαμώ τον άξονα της γης κωλόψαρο, που εγώ φοράω μπερέ απ'όταν εσύ βύζαινες» κτλ κτλ.

Γι' αυτές του τις βωμολοχίες χαρακτηρίζεται έτσι.

- Ρε σειρά, ποιός είναι όργανο σήμερα;
- Ο καραβανόπουλος.
- Φτου ρε γαμώτο, πάλι ο βωμολοχίας είναι;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
Vrastaman

Βρήκα στην Αμφιλοχία
Ένα γκέη βωμολοχία

#2
Hank

Έξυπνη λεξιπλασία. Η ετυμολογία είναι βέβαια η ίδια: Βωμολόχος = αυτός που λοχεύει = παραμονεύει στους βωμούς για να τους συλήσει. Το λοχεύω (ελλοχεύω) είναι παράγωγο του λόχου, απ' όπου και ο λοχίας.