Φεύγω. Παίρνω δρόμο. Συνήθως χρησιμοποιείται στην προστακτική για να υποδηλώσει ενόχληση.
Συνώνυμο : ξεμπαζώνω, ίδιας ερμηνείας και χρήσης.

-Μου τη λες τώρα δηλαδή;
-Έλα ρε φίλε, ξεκαλούπωνε λέμε!

Got a better definition? Add it!

Published

#1
HODJAS

Στόστ! Είναι της οικοδομικής διαλέκτου.
Σημαίνει και: Πεθαίνω (βλ. ξεκαλούπωσε ο γέρος)

#2
electron

υπάρχει και η φράση «δουλεύει στα ξύλα», αργκό της οικοδομής, που σημαίνει είναι καλουπατζής και όχι ξυλουργός.