Φεύγω. Παίρνω δρόμο. Συνήθως χρησιμοποιείται στην προστακτική για να υποδηλώσει ενόχληση. Συνώνυμο : ξεμπαζώνω, ίδιας ερμηνείας και χρήσης.
-Μου τη λες τώρα δηλαδή; -Έλα ρε φίλε, ξεκαλούπωνε λέμε!
Got a better definition? Add it!
Published 2007-10-12 13:22:00+00:00
HODJAS
2009-12-09 16:41:29+00:00
Στόστ! Είναι της οικοδομικής διαλέκτου. Σημαίνει και: Πεθαίνω (βλ. ξεκαλούπωσε ο γέρος)
electron
2009-12-09 19:10:28+00:00
υπάρχει και η φράση «δουλεύει στα ξύλα», αργκό της οικοδομής, που σημαίνει είναι καλουπατζής και όχι ξυλουργός.
I forgot my password!
Choosing "Register" below you agree to the Terms & Conditions and the Privacy Policy.
2 comments
HODJAS
Στόστ! Είναι της οικοδομικής διαλέκτου.
Σημαίνει και: Πεθαίνω (βλ. ξεκαλούπωσε ο γέρος)
electron
υπάρχει και η φράση «δουλεύει στα ξύλα», αργκό της οικοδομής, που σημαίνει είναι καλουπατζής και όχι ξυλουργός.