(Ουσιαστικό, θηλ. πληθ. γκωλάθρες)

Η μεγάλη/επιβλητική και συνάμα αξιοθαύμαστη κωλάθρα αλλά με Θεσσαλονικιώτικο αξάν και στυλ.

- Πω πω, το βλέπεις το μωρό απέναντι;
- Ναι ρε φίλε, και έχει και τέλεια γκωλάθρα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
poniroskylo

Γειά σου, ρε παίκτη! Καλώς ήρθες.

#2
Vrastaman

Skenrag το αναγραμμαντείο σε καλωσορίζει στο σλανγκρρ

#3
snakegr

γεια χαρα

#4
xalikoutis

Μόνο αυτή η λέξη μπορεί να περιγράψει ορισμένους κώλους που συγγενεύουν επικίνδυνα με το νόημα της ζωής.

#5
patsis

Μόνο αυτή η λέξη μπορεί να περιγράψει ορισμένους κώλους που συγγενεύουν επικίνδυνα με το νόημα της ζωής. xalikoutis Χμμμ... Τι;

#6
patsis