Further tags

τραβέλι - τράβελερ - traveler - ταξιδιώτης

Χρησιμεύει για κεκαλυμμένη αναφορά σε τραβεστί

- Κόψε έναν ταξιδιώτη περνάει τον δρόμο.

- Πω ρε φίλε, τσολιάς.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

- Μαν πάμε Ταυλάνδη φέτος διακοπούλες τι λες. - Έλα ρε τίγκα στους βυζοψώληδες θα είναι εκεί.

Υποτιμητικά για τραβεστί, ως έχων (-ουσα -ον) καί βυζιά καί πέος.

Got a better definition? Add it!

Published

Μη βλέπεις τώρα που γέρασε και το παίζει θεούσα. Στα νιάτα της ήταν μεγάλη παλούκω. Τον συγχωρεμένο τον άντρα της τον είχε κάνει τάρανδο.

Ορισμός που χαρακτηρίζει μια γυναίκα η οποία 'πηδάει πολλά παλούκια' (παλούκια=ανδρικά μόρια,προφανώς), άρα μια γυναίκα με έντονη και πολυάριθμη σεξουαλική δραστηριότητα. Εναλλακτικά και 'παλούκα'

Got a better definition? Add it!

Published

Υποτιμητικός και προσβλητικός χαρακτηρισμός για πολύ κοντή γυναίκα (συνήθως απο 1.60 και κάτω). Προέρχεται απο την υπόθεση πως λόγω του λειψού αναστήματός της αυτή η γυναίκα μπορεί να κάνει στοματικό χωρίς να χρειαστεί να σκύψει,να ξαπλώσει ή να καθήσει.

-Δε φτάνει που παραβίασε προτεραιότητα η πίπα η όρθια, μου ζήταγε και τα ρέστα. 1 μέτρο μπόι και 2 μέτρα γλώσσα, κατάλαβες;

Got a better definition? Add it!

Published

Ο θηλυκός άνθρωπος

- Ποια είναι η γνώμη σου για την Καίτη;

- Και γαμώ τις ανθρώπισσες ναούμε

Got a better definition? Add it!

Published

Ο όρος Κουρής είναι παρμένος από τη ζωή, δηλαδή από τις εκπομπές του Βασίλη Λεβέντη στο Κανάλι 67-όχι 69-οι οποίες μας χάρισαν πλήθος γέλιου και σλαγκιών τύπου καθίζημα και λοιπά.

Κουρής λοιπόν στα λεβέντικα, είναι το πορνό, και μάλιστα το τηλεοπτικό. Κάποτε το 1997, ο Πρόεδρος αποφάσισε να κάνει ζάπι. Οι διαφημίσεις για περιοδικά γάμου δε του άρεσαν, ούτε οι πολιτικές συζητήσεις, ούτε οι ταινίες. Και τότε συντονίζεται στο Κανάλι 5(ιδιοκτησίας Κουρή).

Και τι δεν είδε.

Κουρής ο Ορίτζιναλ

-Βάλε Κανάλι 5, έχει Κουρή της Χύνος Φιλμ

Got a better definition? Add it!

Published

Η αρχιδοσύνη είναι μια από τις ιδιότητες των σούπερ αντρακλαρων και συγκεκριμένα είναι η ιδιότητα του αρχιδάτου.

Αυτό το πατριαρχικό κατάλοιπο, η τακτική του πουλάω αντριλίκι και μαγκιά και μετά βάζω την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια θα ήταν μια φορά γραφικό αν το έκανε κάποιος άλλης ιδεολογίας. Όταν όμως ακολουθείται από τους τύπους που σαν κεντρική ιδεολογία προτάσσουν αυτό το “αντριλίκι”, την ντομπροσύνη, την παρωχυμένη πατριαρχική αρχιδοσύνη, τότε γίνεται δέκα φορές πιο γραφικό και κυρίως χρήσιμο.

Πηγή:https://www.blogopaignio.gr/mparmparousis-o-tupos-tou-paroxumenou-patriarxikou-arsenikou/

Got a better definition? Add it!

Published

΄Άνδρας, ώριμος, της ερωτικής μάχης μπαρουτοκαπνισμένος. Αναζητά και ενίοτε επιτυγχάνει, χωρίς περιστροφές, άσκοπα λόγια και φιάλες με ακριβή αλκοόλη, την ερωτική συνεύρεση με γυναίκες κοινών ενδιαφερόντων.

Ο Σέβος ο σοβαρογάμης μόλις έδεσε το καΐκι, φόρτωσε την βυζαρού στο παπάκι και έγινε καπνός. Ο άλλος ο χαζοκάυλης Ο Ποθητός, ο χαφταλέυρας ακόμη είναι με την κοντή και τις φίλες της στο μπαράκι με το δεύτερο μπουκάλι Belvedere και έχουν ακόμη μέλλον...

-

Got a better definition? Add it!

Published

Μην μπερδεύεστε. Το λήμμα δεν αποτελεί ούτε προσταγή, ούτε προτροπή. Είναι επιθετικός προσδιορισμός που χαρακτηρίζει περιφραστικά μια γυναίκα θελκτική, παθιάρα, με ωραίες αναλογίες και καμπύλες, με σαγηνευτικό ντύσιμο και βλέμμα, έναν κόμματο, μια μουνάρα, μια θεογκόμενα και πάει λέγοντας.

Ο αφηγητής στην αντροπαρέα: -Κι εκεί που καθόμαστε στο καφέ, σκάει η Σούλα μαζί με την ξαδέλφη της απ το χωριό, που ήρθε να την δει στην Αθήνα. Μια γκόμενα, μα τι γκόμενα ?! :"μαζευτείτε να την παίξουμε".

Got a better definition? Add it!

Published

Τελικά γούσταρε το γκομενάκι και μάλιστα νομίζω ότι άρεσα και στην φίλη της οπότε ό,τι και να γίνει έχω και καβλάτζα.

Καβάτζα σε γκόμενα. Ρήμα: Καβαλατζώθηκα

Got a better definition? Add it!

Published