Ο σκράπας, ο κακός μαθητής, ο ανεπίδεκτος μαθήσεως.

- Μήδεν στα θρησκευτικά ρε;! ΣΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ;! «ΣΛΑΠ!» Κουμπούρα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
patsis

Ο Τριανταφυλλίδης εξηγεί:

κουμπούρι το [kumbúri] O44 : (λαϊκότρ.) το όπλο, και κυρίως το πιστόλι. [μσν. κουμπούρι θηκάρι΄ < τουρκ. kubur -ι, κατά τη σημερ. σημ. της τουρκ. λ.:πιστόλι του ιππικού΄]

Νομίζω πως ήταν βραδυφλεγή αυτά τα πιστόλια, αργούσαν δηλαδή καναδυοτρία μερικά δευτερόλεπτα, μετά το πάτημα της σκανδάλης, για να πυρολοβολήσουν.

#2
patsis

U.S. patent for πυρο-λο-βολήσουν pending.