Ο όρος παράγεται παραφράζοντας τον τίτλο της ταινίας του Jules Dassin με τη Μελίνα Μερκούρη ή το γνωστό τούρκικο παλάτι Topkapi, αντικαθιστώντας το «kapi» με τα αρχικά των κέντρων ανοιχτής προστασίας ηλικιωμένων, τα γνωστά ΚΑΠΗ.

Χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει την κατάσταση που δημιουργείται σε έναν χώρο/μέρος όταν συρρέει μεγάλος αριθμός ηλικιωμένων.

  1. Πλακώσανε τα πούλμαν με το καπηδαριό. Λέω να την κάνουμε γιατί έγινε τοπκαπή η φάση. Μαζέψτε τα να φύγουμε.

  2. Φιλενάδα κατάσταση τοπκαπή. Σκέτο μασελάδικο το μαγαζί. Ο μικρότερος γκόμενος είναι κολλητός του αλτσχάιμερ.

(από Khan, 20/02/15)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified