Further tags

Το φρενοκομείο.

Τρελάδικο πολυτελείας. (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published

Το κατάστημα εστίασης που ειδικεύεται σε μεζέδες που τρώγονται μαζί με τσίπουρο.

Τα καλύτερα τσιπουράδικα της Αθήνας. (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published

Το κατάστημα εστίασης που ειδικεύεται στα σάντουιτς.

Τα καλύτερα σαντουιτσάδικα της Αθήνας. (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published

Το κατάστημα εστίασης που ειδικεύεται στους μεζέδες με ρακή.

Ρακάδικα: 7 μέρη για να τα π(ι)είτε στην Αθήνα. (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published

Παλαιακή λέξη για το εμπορικό κατάστημα όπου ο πραματευτής πουλάει την πραμάτεια του ή για όχημα που επιτελεί την ίδια λειτουργία.

  1. Όλη μέρα πια ο φτωχός, εσυλλογιόνταν τι να κάνει τόσα γρόσια. Τα φέρνει από δω, τα φέρνει από κει: "Ν' ανοίξω πραµατευτάδικο; να τα βάλω τόκο; να πάρω. αµπελοχώραφα;" (Εδώ). 2.Ιδιοκτήτης και/ή οδηγός αμαξιού. Είναι ένα από τα παλαιά επαγγέλματα που στην Κύπρο έχουν οριστικά εγκαταλειφθεί, εκτοπισμένα από τα σύγχρονα μηχανικά μέσα. Ο αμαξάρης, που συνηθέστερα ήταν και ο ιδιοκτήτης τόσο του αμαξιού όσο και των ζώων που το έσερναν, έκανε πολλές εργασίες: Μετέφερε κάθε είδους εμπορεύματα έναντι αμοιβής, ενώ χρησιμοποιούσε το αμάξι του και για ειδικές μεταφορές υλικών και αντικειμένων όταν και όπου του το ζητούσαν. Για παράδειγμα, μετέφερε οικοδομικά υλικά, νερό, δεμάτια, κόπρια στα χωράφια για λίπασμα, καθώς και κάθε είδους προϊόντα στις αγορές των πόλεων. Ακόμη ο αμαξάρης ήταν δυνατό να μετατρέπει το αμάξι του σε πραματευτάδικο και να γυρίζει μ' αυτό τα χωριά. Μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα μπορούσε κανένας να συναντήσει στην Κύπρο αμαξάρηδες που μετέφεραν προϊόντα και υλικά. Μεταξύ των τελευταίων περιλαμβάνονταν άμμος και χαλίκια από παραλίες και ποταμούς, που οι ίδιοι τα φόρτωναν στα αμάξια τους και τα μετέφεραν για οικοδομικούς σκοπούς. Οι αμαξάρηδες -αγωγιάτες όργωναν στα παλιά χρόνια ολόκληρη την Κύπρο και διανυκτέρευαν σε χάνια. (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published

Το κατάστημα εστίασης που ειδικεύεται σε μεζέδες με ούζο. Ή λίγο πιο πονηρά το παρτουζάδικο όπου λαμβάνουν χώρα πάρτι με ούζα.

  1. Σουβλατζίδικο και ουζάδικο …το πάρκο κυκλοφοριακής αγωγής Ηλιούπολης; (Εδώ).
  2. Είναι καθώς πρέπει ουζάδικο. Δεν βάζει μέσα μονούς μπάκουρους και ζόμπι, ούτε βίζιτες. Οπότε γίνεται το παιχνίδι που πρέπει.

Got a better definition? Add it!

Published

Το στέκι με μπιλιάρδα.

  1. Το παιχνίδι πλέον προμοτάρεται με καταλληλότερους τρόπους απ’ ό,τι παλιότερα και έχει φύγει τελείως από τα καταγώγια. Εκεί βρέθηκε επειδή τα μπιλιαρδάδικα χρειάζονται μεγάλο χώρο και στα υπόγεια ήταν πιο εύκολο να υποστηριχτούν τα ενοίκια. Θεωρώ ότι το μπιλιάρδο βρίσκεται στην καλύτερη φάση των τελευταίων ετών. (Εδώ).
  2. O Γιώργος Κλεάνθους γράφει στο Short Stories για το μπιλιαρδάδικο Roi Mat στην πλατεία Αμερικής το οποίο μεταμορφώνεται σε θεατρική σκηνή για τη site-specific παράσταση «Ρουά ματ». (Εδώ).
  3. Μπιλιαρδάδικο κανείς; (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published

Το κατάστημα εστίασης που ειδικεύεται στις μπουγάτσες.

Στου Ψυρρή υπάρχει μπουγατσάδικο που είναι σαν να βρίσκεσαι στη Θεσσαλονίκη!

Got a better definition? Add it!

Published

Μέρος όπου αναπτύσσεται τζόγος.

Εγώ αυτή τη μπαλαδοφτσα την θυμάμαι σε ένα μπαρμπουταδικο. (Φέισμπουκ).

Got a better definition? Add it!

Published

Αποκαλείται έτσι συνήθως το υπαίθριο ανθοπωλείο, αλλά, κατ' επέκταση, και το ανθοπωλείο εν γένει.

Τα λουλουδάδικα της Βουλής στολίζουν ξανά την Αθήνα. (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published