Ο βήχας που προέρχεται από έντονη σωματική δραστηριότητα (γέλιο, εκπνοή δυνατή κ.λπ.). Αδυναμία αναπνοής και πόνος στο λαιμό.
— Άντε ρε παππού φύσα δυνατά να κάνουμε την εξέταση. — Δεν μπορώ παιδάκι μου, καρκώνομαι.
Got a better definition? Add it!
Published 2010-07-28 07:47:41+00:00 Last modified 2010-07-28 13:59:13+00:00
perkins
2010-07-28 13:00:37+00:00
Καρκώνονται και στο Αιτωλικό; Μόνο στην Τάφο νόμιζα... Ωραιο το ιδίωμα, εχουμε τα ίδια πανω κατω.
ΑΙΤΟ
2010-07-28 14:51:34+00:00
Για πες μου η Τάφος που βρίσκεται;
2010-07-28 15:24:04+00:00
Το βρήκα, το Μεγανήσι, υπέροχο νησί.
2010-07-28 19:03:56+00:00
Ναί γειά σου! Λέγεται και καρυκώνομαι (μήπως απο το καρύδι- μήλο του Αδάμ;)
Μιτζνούρ
2011-07-25 19:16:56+00:00
Πολύ μου αρέσει η λέξη, και το σχόλιο του perkins αλλά με πιάσατε αδιάβαστο
I forgot my password!
Choosing "Register" below you agree to the Terms & Conditions and the Privacy Policy.
5 comments
perkins
Καρκώνονται και στο Αιτωλικό; Μόνο στην Τάφο νόμιζα... Ωραιο το ιδίωμα, εχουμε τα ίδια πανω κατω.
ΑΙΤΟ
Για πες μου η Τάφος που βρίσκεται;
ΑΙΤΟ
Το βρήκα, το Μεγανήσι, υπέροχο νησί.
perkins
Ναί γειά σου! Λέγεται και καρυκώνομαι (μήπως απο το καρύδι- μήλο του Αδάμ;)
Μιτζνούρ
Πολύ μου αρέσει η λέξη, και το σχόλιο του perkins αλλά με πιάσατε αδιάβαστο