Το μικρό τσεκούρι. Αντίστοιχα, «μανάρα» είναι το μεγάλο τσεκούρι. Χρησιμοποιείται στην Κρητική διάλεκτο αλλά και αλλού. Επίσης «μαναριά» είναι η τσεκουριά.
«Της τύχης τα μελλούμενα μανάρι (=τσεκούρι) δεν τα κόβγει» (Αμοργός)
Το μικρό τσεκούρι. Αντίστοιχα, «μανάρα» είναι το μεγάλο τσεκούρι. Χρησιμοποιείται στην Κρητική διάλεκτο αλλά και αλλού. Επίσης «μαναριά» είναι η τσεκουριά.
«Της τύχης τα μελλούμενα μανάρι (=τσεκούρι) δεν τα κόβγει» (Αμοργός)
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
0 comments