Μάλλον εκ του μπιστάω, που σύμφωνα με μυαλά του σάη σημαίνει χτυπάω με ένα ευρύ φάσμα σημασιών. Το μπιστάρι είναι ό,τι και ο μπίστος, και χρησιμοποιείται ειδικά στην ιδιόλεκτο των σκεϊτάδων για να σημάνει την εντυπωσιακή πτώση από την σανίδα του skateboard, την τούμπα, το σκότωμα, το αποτυχημένο landing.

Defte Labete MPISTARI ( salonika skate slang dialektos, o tonos sto A , mpistari = toumpa , bail , skotoma , pesimo , apotuximeno landing , oti ponaei x0ax0ax00x )
to podi mou meta apo mia orea mera sto nafplio me full skate ... efuga apo ena megalo gap me ollie north(gia gnostes tou skate) kai sto langing prosgiothika me gonia 70 moirwn ston astragalo mou
to gap gurw sta 1.50 upsos kai 3 metra mikos (Εδώ).

(από Khan, 21/03/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
Khan

Υ.Γ. Η ετυμολογία του μπιστάω είναι ένα πρόβλημα που αναμένει ακόμη την λύση του.

#2
Khan

Ο γούγλης δείχνει ότι η κυρίως σημασία του μπιστάω είναι κάνω γκελ, ιδίως στο μπάσκετ η μπάλα, κι από κει χοροπηδάω, χορεύω, χτυπάω, και πιο τραβηγμένα αυνανίζομαι ή κάνω σεχ (αρκετά τραβηγμένα).