ανπιστεύταμπλ, ανπιστέφταμπλ

Ο απίστευτος, ο άπαικτος, ο ανπαίκταμπλ. Το λέμε όταν κάποιος κάνει κάτι απίστευτο ή ακατόρθωτο.

Προέρχεται από το αγγλικό στερητικό un και την ελληνική λέξη απίστευτος. Κανονικά η λέξη θα έπρεπε να γράφεται με «ευ» αντί του «φ», αλλά είναι κάπως δυσανάγνωστη, γι' αυτό το λόγο συνηθίζεται να τη γράφουμε με «φ».

Τι έκανε, ρε μαλάκα, το άτομο; Ανπιστέφταμπλ!

βλ. και ανπιστεύαμπλ, unpisteftable, unpisteutable, απιστεύταμπολ και το συγγενές καταπληκτικμάν. Δες και ανπιστεύταπολ στο cySlang.com.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
Khan

#2
allivegp

Συγ-γνώμη βρε Χάνε μου, αλλά το θέμα είναι αν υπάρχει το λήμμα ή η επανεμφάνιση του panos1962;

#3
panos1962

Καλά, ρε, μη βαράτε, δεν θα το ξανακάνω…

#4
allivegp

Τί ακριβώς πάνος1962; το λήμμα που προϋπήρχε ή την εξαφάνιση;