Αυτός που σπάει τα νεύρα των άλλων σε σημείο εκνευρισμού, όπερ και το σπάσιμο (ή πρήξιμο) των αρχιδιών.
Με μια λέξη τον λες και εκνευριστικό, σπαστικό.
Αυτός που σπάει τα νεύρα των άλλων σε σημείο εκνευρισμού, όπερ και το σπάσιμο (ή πρήξιμο) των αρχιδιών.
Με μια λέξη τον λες και εκνευριστικό, σπαστικό.
Συνώνυμα: πουτσοσπάστης, σπασαρχίδης, σπάστης.
Got a better definition? Add it!
1 comment
dryhammer
Αρχιδοσπάστης ονομαζόταν και το τεπόζιτο των παλιών μηχανακιών (πρίν τα παπάκια κλπ) και των πρώτων μοντέλων ΜΖ που τελείωνε κάθετα στην σέλα (όποιος βρει φωτο ας βάλει) κι όταν φρέναρες γλιστρούσες μπροστα στο πλαστικό κάλυμμα της σέλας και σταματούσες με τ΄αρχιδια στό τεπόζιτο. Οι γιαπωνέζοι πρώτοι έβαλαν τεπόζιτα με μιά ανηφορική καμπυλότητα στις μοτό για να το γλυκάνουν το πράμα.