Η κοπέλα / γυναίκα / κορίτσι που έχει γεροδεμένα από κατασκευής ή/και χοντρά μπούτια, τα οποία βγάζουν μάτι.

Βλ. και πόνι. Αντίστοιχος αντρικός χαρακτηρισμός: τσολιάς.

  1. - Γαμώ τα παστάκια η Ελενίτσα.
    - Λίγο μπουτού για τα γούστα μου.

  2. Δεν μου πάνε τα στενά παντελόνια, είμαι λίγο μπουτού.

(από sstteffannoss, 21/06/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
sstteffannoss

Κάποτε κάποιοι λέγαμε πως είναι «δωρικού ρυθμού».
Κάποιος με βιτριολικό χιούμορ το έκανε «ντορικού ρυθμού» αλλά σε γενικές γραμμές όλοι γουστάραμε την μεσογειακή κοψιά.

#2
soulto

Η λέξη στον πληθυντικό, "μπουτούδες", κάνει μια πιο πολιτική καριέρα, καθώς έτσι ονομάστηκαν συλλήβδην οι ΟΧΙτσες του δημοψηφίσματος, που συνέρρεαν και χόρευαν στην πλατεία Συντάγματος πέρσι τον Ιούλιο:

-Η Γιάμαλη από Αυγή αποκαλούσε "αστές και τζάνκια της Μυκόνου" τις γυναίκες του Μένουμε Ευρώπη. Φέτος Μύκονο. ΝΙΚΗΣΑΜΕ
-Καλά, όλες μπουτούδες είναι αυτές του ΟΧΙ; Τι τις ταΐζουν; (εδώ)
μπουτούδες που πάνε να χορέψουν στην πλατεία Τραφάλγκαρ