Η κοπέλα / γυναίκα / κορίτσι που έχει γεροδεμένα από κατασκευής ή/και χοντρά μπούτια, τα οποία βγάζουν μάτι.
Βλ. και πόνι. Αντίστοιχος αντρικός χαρακτηρισμός: τσολιάς.
- Γαμώ τα παστάκια η Ελενίτσα.
- Λίγο μπουτού για τα γούστα μου.Δεν μου πάνε τα στενά παντελόνια, είμαι λίγο μπουτού.
2 comments
sstteffannoss
Κάποτε κάποιοι λέγαμε πως είναι «δωρικού ρυθμού».
Κάποιος με βιτριολικό χιούμορ το έκανε «ντορικού ρυθμού» αλλά σε γενικές γραμμές όλοι γουστάραμε την μεσογειακή κοψιά.
soulto
Η λέξη στον πληθυντικό, "μπουτούδες", κάνει μια πιο πολιτική καριέρα, καθώς έτσι ονομάστηκαν συλλήβδην οι ΟΧΙτσες του δημοψηφίσματος, που συνέρρεαν και χόρευαν στην πλατεία Συντάγματος πέρσι τον Ιούλιο: