Πελοποννησιακός ιδιωματισμός.
Το τσιφί είναι ο (συνήθως μεταλλικός) μηχανισμός των πορτών που επέτρεπε να κλείνουμε / ανοίγουμε τη πόρτα. Αν θέλαμε να ανοίξουμε τη πόρτα σηκώναμε το τσιφί, ενώ για την κλείσουμε-κλειδώσουμε κατεβάζαμε το τσιφί. Λόγω της ασφάλειας που (δεν) παρέχει, στις μέρες μας χρησιμοποιείται μόνο σε πόρτες αγροτόσπιτων, σε μαντριά και στάνες.
Παππούς και εγγονός στο χωράφι του παππού:
- Πώς ανοίγει αυτή η πόρτα ρε παππούλη; - Α ρε φλώμε. Τι ψάχνεις για κλειδιά και κλειδαριές; Δεν το βλέπεις το τσιφί; Το σηκώνεις και ανοίγει η πόρτα.Mεταφορική έννοια:
- Τι διάολο, γιατί δε μπαίνεις gtalk τελευταία να κάνουμε κανά chat;;
- Άστα ρε ξάδερφε, ο proxy της εταιρίας μου έχει κλείσει το τσιφί στη πόρτα του gtalk.
1 comment
allivegp
Βλ. και τσιβί, ή, επί το ορθότερον, τζιβί (κατά το Οτσαλάν/Οτζαλάν, Τσιβιλίκας/Τζιβιλίκας κ.λπ.)