Πελοποννησιακός ιδιωματισμός.

Το τσιφί είναι ο (συνήθως μεταλλικός) μηχανισμός των πορτών που επέτρεπε να κλείνουμε / ανοίγουμε τη πόρτα. Αν θέλαμε να ανοίξουμε τη πόρτα σηκώναμε το τσιφί, ενώ για την κλείσουμε-κλειδώσουμε κατεβάζαμε το τσιφί. Λόγω της ασφάλειας που (δεν) παρέχει, στις μέρες μας χρησιμοποιείται μόνο σε πόρτες αγροτόσπιτων, σε μαντριά και στάνες.

  1. Παππούς και εγγονός στο χωράφι του παππού:
    - Πώς ανοίγει αυτή η πόρτα ρε παππούλη; - Α ρε φλώμε. Τι ψάχνεις για κλειδιά και κλειδαριές; Δεν το βλέπεις το τσιφί; Το σηκώνεις και ανοίγει η πόρτα.

  2. Mεταφορική έννοια:
    - Τι διάολο, γιατί δε μπαίνεις gtalk τελευταία να κάνουμε κανά chat;;
    - Άστα ρε ξάδερφε, ο proxy της εταιρίας μου έχει κλείσει το τσιφί στη πόρτα του gtalk.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
allivegp

Βλ. και τσιβί, ή, επί το ορθότερον, τζιβί (κατά το Οτσαλάν/Οτζαλάν, Τσιβιλίκας/Τζιβιλίκας κ.λπ.)