Από το στερητικό -α και το καγκουρή που στα καλιαρντά σημαίνει μύτη, είναι η ανέγγιχτη, η αμύριστη, και μεταφορικά η παρθένα (βλ. τα Καλιαρντά του Ηλία Πετρόπουλου).
Πάντως είναι γκόντα και μοιάζει και γατουλογαμούλης, παρά τα μούσκουλα και την κόντρα ξούρα στο στέρνι. Αχ, το καλύτερο τεκνό μας πήρε μέσα από τα χέρια.
Παγκρολατσεφτρα. Αυτό ξαναπέστο. Τον τύλιξε η κουροβαλμένη, τον άβελε στη βράκα της η βιδομπλαντορούφα, που μας το έπαιζε και ακαγκούρωτη. Που είχαν βαρεθεί να τη βλέπουν στου Συγγρού με την ελκοαφρόδω της να έχει φτάσει ως τα μπούνια. (Αποκατέ).αντε μωρη ακαγκούρωτη που μιλάς κιόλας.... (Αποκατέ).
0 comments