Αυτός που γαμάει, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ο φοβερός, ο καταπληκτικός.
Πολύ γαμησερός ο παικταράς που πήραμε από το ΝΒΑ!
Got a better definition? Add it!
Published 2014-03-08 15:12:02+00:00
allivegp
2014-03-08 21:39:20+00:00
Βλ. και γαμιστερός.
I forgot my password!
Choosing "Register" below you agree to the Terms & Conditions and the Privacy Policy.
1 comment
allivegp
Βλ. και γαμιστερός.