Selected tags

Further tags

Εναλλακτικά και 'βαράω τσάπα'. Υπάρχουν 2 έννοιες:

1) Γενικά η οποιαδήποτε κουραστική σωματική εργασία που κρατάει πολύ.

2) Οι έντονες σεξουαλικές επαφές, συνήθως μεγάλης διάρκειας. (κυρίως για τους άντρες).

Παραδείγματα:

1) - Φαίνεσαι κομμένος. - Έχει ανέβει πολύ η δουλειά αυτη την εβδομάδα και κάθε μέρα βαράμε γκασμά, άστα.

2) - Φαίνεσαι κομμένος - Είχα να βρεθώ καιρό με τη Μαρία και χθες βράδυ βάρεσα πολλή τσάπα, δεν ξεκολλούσαμε ο ένας απ'τον άλλον.

Got a better definition? Add it!

Published

Άντρας ή γυναίκα που παίζει, βλέπει, η γενικώς σχετίζεται με πορνογραφικό υλικό (τσόντες)

- Μου δειχνε μαλάκα χθες ο Θέμης κάτι τσόντες με κάτι καυλιά πέντε μέτρα - Είναι ένας τσοντιάρης αυτόος...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το ψωλόζωνο ή ψωλοζώνη, ανήκει στην κατηγορία των ερωτικών βοηθημάτων, μετάφραση από το αγγλικό strapon, πλαστικό πέος με τη βάση του σε ζώνη για ποικιλία στο σεξ. Φοριέται από άντρες και γυναίκες, οι μεν ως ζωσμένοι παθητική φωνή οι δε(ν) ως ζωσμένες ενεργητική φωνή. Η όλη πρακτική περιγράφεται και ως στραπονιάρισμα, το ψωλοζωνάρισμα δεν συναντάται ακόμα.

- Ρε Μάκη τι είναι αυτή η Νάνσυ ρε συ;
- Τι έγινε ρε Τάκη;
- Πάνω στο σεξ φόρεσε ψωλόζωνο
- Γούσταρες στραπονιάρισμα;
- Α γαμήσου κι'εσυ....

Got a better definition? Add it!

Published


Επιτατικά: τουρλομπήχτρα, κουφαλομπήχτρα.

Δε μας γαμιέται η τουρλομπήχτρα που θα μας κάνει και μάθημα ηθικής.

Got a better definition? Add it!

Published

1) Κατ'αντίθεση προς τον μπήχτη, η γυναίκα που γαμιέται ασύστολα.

Είναι μεγάλη μπηχτρα. Τον αρπάζει στα 17 μέτρα.

2) (Πιο πρόσφατο και σπανιότερο, για σεξουαλικά απελευθερωμένη γυναίκα) Αντίστοιχο του μπήχτης: γυναίκα που την πέφτει σε όλους.

Got a better definition? Add it!

Published

Γρήγορο και φθηνό (συνήθως σε έκπτωση) σεξ.

- Πού είσουν ρε Θανάση? -Στο μπουρδέλο, πήγα για ένα γαμησοφεύγει.

Got a better definition? Add it!

Published

Για άντρα ή γυναίκα που έχει ωραία φάτσα και είναι ιδιαιτέρα θελκτικός/ή

- Όπα ρε, φατσάρει η αδερφή του Μήτσου, το περίμενες;

- Άσε, ούτε εγώ

Got a better definition? Add it!

Published

Ο συνδυασμός ενός σκατού και μίας καπότας κατά τον οποίον το πρώτο βρίσκεται μέσα στο δεύτερο και το δεύτερο είναι καλά δεμένο.
Το αντικείμενο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όπλο από απόσταση.
Η λέξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως προσβολή ή βρισιά· η χειρότερη έκδοση της καπότας

Πήγα το πρωί στην τουαλέτα και έφτιαξα μια σκαπότα για να την σκάσω στην μούρη του καθηγητή.

- Η Κατερίνα δεν είναι πάρα πολύ ενοχλητική;
- Ναι είναι μεγάλη σκαπότα.

Got a better definition? Add it!

Published

Από το Αγγλικό peak. Χρησιμοποιείται στη σεξολογία (peak orgasm - κορύφωση οργασμού). Κορυφώνω.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Παράδειγμα εδώ

"Μαράκι θα ρθείς το βράδυ στο σπίτι να ξαπλώσουμε μαζί και να με πικάρεις (να με κορυφώσεις)". "Γιάννη πάω με τη Δανάη για να πικάρουμε (να κορυφωθούμε)"

Got a better definition? Add it!

Published

Από το Αγγλικό peak. Χρησιμοποιείται στη σεξολογία (peak orgasm - κορύφωση οργασμού). Θα κορυφωθώ.

Παράδειγμα εδώ

"Μαράκι θα ρθείς το βράδυ στο απίτι να ξαπλώσουμε μαζί και να με πικάρεις (να με κορυφώσεις)". "Γιάννη πάω με τη Δανάη για να πικάρουμε (να κορυφωθούμε)"

Got a better definition? Add it!

Published