Selected tags

Further tags

Για άντρα ή γυναίκα που έχει ωραία φάτσα και είναι ιδιαιτέρα θελκτικός/ή

- Όπα ρε, φατσάρει η αδερφή του Μήτσου, το περίμενες;

- Άσε, ούτε εγώ

Got a better definition? Add it!

Published

Ο συνδυασμός ενός σκατού και μίας καπότας κατά τον οποίον το πρώτο βρίσκεται μέσα στο δεύτερο και το δεύτερο είναι καλά δεμένο.
Το αντικείμενο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όπλο από απόσταση.
Η λέξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως προσβολή ή βρισιά· η χειρότερη έκδοση της καπότας

Πήγα το πρωί στην τουαλέτα και έφτιαξα μια σκαπότα για να την σκάσω στην μούρη του καθηγητή.

- Η Κατερίνα δεν είναι πάρα πολύ ενοχλητική;
- Ναι είναι μεγάλη σκαπότα.

Got a better definition? Add it!

Published

Από το Αγγλικό peak. Χρησιμοποιείται στη σεξολογία (peak orgasm - κορύφωση οργασμού). Κορυφώνω.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Παράδειγμα εδώ

"Μαράκι θα ρθείς το βράδυ στο σπίτι να ξαπλώσουμε μαζί και να με πικάρεις (να με κορυφώσεις)". "Γιάννη πάω με τη Δανάη για να πικάρουμε (να κορυφωθούμε)"

Got a better definition? Add it!

Published

Από το Αγγλικό peak. Χρησιμοποιείται στη σεξολογία (peak orgasm - κορύφωση οργασμού). Θα κορυφωθώ.

Παράδειγμα εδώ

"Μαράκι θα ρθείς το βράδυ στο απίτι να ξαπλώσουμε μαζί και να με πικάρεις (να με κορυφώσεις)". "Γιάννη πάω με τη Δανάη για να πικάρουμε (να κορυφωθούμε)"

Got a better definition? Add it!

Published

Η γυναίκα που έχει φαρδύ κόλπο, που έχει "ξεχειλώσει" το αιδοίο της από το πολύ σεξ. Κατ' επέκταση η εύκολη, η νυμφομανής, η πόρνη.

"Το Μαράκι δεν έχει αφήσει άντρα για άντρα στο γραφείο, με όλους έχει πάει. Μεγάλη μητροφάλαγγα λέμε".

Got a better definition? Add it!

Published

Το προεξέχον και κρεμάμενο δέρμα συνήθως προερχόμενο χείλη του αιδοίου, ομοιάζοντας με τις άκρες του κασεριού που προεξέχει του τοστ. Χρησιμοποιείται μόνο σε πληθυντικό αριθμό. λεζάντα εικόνας

-Έβαλα το Ντινάκι χθες. -Έλα ρε, σφιχτό μουνι: -Τι σφιχτό μωρέ, μες στα κασέρια ήταν το παρτάλι

Got a better definition? Add it!

Published

Το μικρό, σε σχήμα γνωστού οσπρίου σκατουλάκι που εμφανίζεται στη βάλανο του ανδρός μετά από πρωκτική σεξουαλική συνεύρεση.

- Και για πες, σου έδωσε κουλούρι η δικιά σου;
- Κουλούρι έδωσε αλλά η φακή μας τα χάλασε όλα.

Got a better definition? Add it!

Published

Μην μπερδεύεστε. Το λήμμα δεν αποτελεί ούτε προσταγή, ούτε προτροπή. Είναι επιθετικός προσδιορισμός που χαρακτηρίζει περιφραστικά μια γυναίκα θελκτική, παθιάρα, με ωραίες αναλογίες και καμπύλες, με σαγηνευτικό ντύσιμο και βλέμμα, έναν κόμματο, μια μουνάρα, μια θεογκόμενα και πάει λέγοντας.

Ο αφηγητής στην αντροπαρέα: -Κι εκεί που καθόμαστε στο καφέ, σκάει η Σούλα μαζί με την ξαδέλφη της απ το χωριό, που ήρθε να την δει στην Αθήνα. Μια γκόμενα, μα τι γκόμενα ?! :"μαζευτείτε να την παίξουμε".

Got a better definition? Add it!

Published

Κυριολεκτιξα Το μπουκι βγαίνει από το τσιμπούκι δηλαδή το στόματικο σεξ. Συνυποδηλωτικά το μπουκι σημαίνει ότι κάποιος ξευτιλισε κάποιον Ακόμα η λεξη μπουκι χρησιμοποιειται αντί της λέξης bookers στο στοιχημα.Μπουκι είναι αυτοί που φτιάχνουν τις αποδόσεις στις στοιχηματικες εταιριες

-Βγηκες Με την Χριστίνα χθες -Ναι ρε μου κάνε ενα μπουκι και τα καρούλια μέσα

-Ποπό μαλακά Σοφοκλή μπουκι τον πήγα τον Παράσχο στο fifa

-εχασα την Γιουβέντους στο 1.08 με την Κάλιαρι -Παλι σε γάμησαν οι μπουκι ρε Θωμακο

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από τις λέξεις καυλαντίζω + δεινόσαυρος. Ο άντρας που καυλαντίζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα με κάποια γυναίκα αλλά δεν προχωρά σε σεξουαλική πράξη μαζί της.

-Πως τα πάει ο Γιάννης με την Κατερίνα;
-Άσε ρε τον μαλάκα, ένα μήνα καυλαντίζονται κι ακόμα να την πηδήξει. Καυλαντόσαυρος κατάντησε.

Got a better definition? Add it!

Published