Και σβουγκανάω.

Χτυπάω άσχημα, βαράω, και με σεξουαλική σημασία. Θεσσαλικό.

Τι την ζβουγκανάει μεσημεριάτικα και δεν μπορούμε να κοιμηθούμε;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified