Απαξιωτικός χαρακτηρισμός για υπερήλικα που, λόγω της υπό κατάρρευση εξωτερικής του εμφάνισης, μοιάζει σα να γεννήθηκε σε άλλες γεωλογικές περιόδους.

Ο όρος ανατρέχει πίσω στα 90's και είναι παρακαταθήκη της ταινίας Τζουράσικ Παρκ, η οποία έκανε γνωστή στο ευρύ κοινό την Ιουρασική περίοδο βάζοντας το λιθαράκι της στο οικοδόμημα της εγχώριας αργκό.

Συνων. εσχατόγερος-γρια, ζομπόγερος-γρια, γκραβούρα (για γριές).

- Μλκ! Τι τζουράσικ είν' αυτό!
- Σκάσε βλάκα, η γιαγιά μου είναι. - Και τι;
- Ναι, σωστά...

Ινσέψιο: τζουράσικ παίκτης τζουρά  (από σφυρίζων, 19/02/15)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
Deliolanis

μόλις είδα ότι υπήρχε και λήμμα τζουράσιους :ρ