Ντερέκωμα = Το τέντωμα δηλαδή η νεκρική ακαμψία.
Ντερεκώνω = πεθαίνω
Παράδειγμα: Θα σι ντερκώσω αν σε πιάκου στα χέριαμ! Ακσες ;
Παράδειγμα: Άστα να παν ταμαθες; Τα ντερέκωσε ο Γιορς!
Ντερέκωμα = Το τέντωμα δηλαδή η νεκρική ακαμψία.
Ντερεκώνω = πεθαίνω
Παράδειγμα: Θα σι ντερκώσω αν σε πιάκου στα χέριαμ! Ακσες ;
Παράδειγμα: Άστα να παν ταμαθες; Τα ντερέκωσε ο Γιορς!
Got a better definition? Add it!
Published
2 comments
soulto
Ο krepsinis λέει ότι το ντερέκι "προέρχεται από την τουρκική λέξη direk, η κολόνα ή το κατάρτι του πλοίου".
Νομίζω οτι κι εδώ έχουμε την ίδια ετυμολογία.
kathystavroumina
ντερέκι είναι ο ψηλός άνθρωπος