Ντερέκωμα = Το τέντωμα δηλαδή η νεκρική ακαμψία.

Ντερεκώνω = πεθαίνω

Παράδειγμα: Θα σι ντερκώσω αν σε πιάκου στα χέριαμ! Ακσες ;

Παράδειγμα: Άστα να παν ταμαθες; Τα ντερέκωσε ο Γιορς!

Got a better definition? Add it!

Published

#1
soulto

Ο krepsinis λέει ότι το ντερέκι "προέρχεται από την τουρκική λέξη direk, η κολόνα ή το κατάρτι του πλοίου".
Νομίζω οτι κι εδώ έχουμε την ίδια ετυμολογία.

#2
kathystavroumina

ντερέκι είναι ο ψηλός άνθρωπος