Further tags

Εκ του τέπο.

Η πράξη του τέπειν.

Όταν ακυρώνεις μία κατάσταση είτε εκ των προτέρων είτε κατά την διάρκεια αυτής. Κλίνεται κατά το ρήμα τέρπω.

-Θα έρθει ο Μήτσος;
-Μπα, τέπει σήμερα

Πήγα στο πάρτι χτες αλλά ήταν σώτα και έτεψα γρήγορα

Got a better definition? Add it!

Published

Χάνω την πνευματική μου διαύγεια και φέρομαι με κατώτερα ένστικτα. Χρησιμοποιείται ως επίκληση σε μία προσωρινή απώλεια καταλογισμού για τις πράξεις ενός κατά τα άλλα φυσιολογικού ατόμου. Ετυμολογία [θολώνω < αρχαία ελληνική θολόω-θολῶ]

θόλωσε το μυαλό μου από το θυμό και δεν ήξερα τι έκανα

Θόλωσα από τα μνημόνια και ψήφισα Τσίπρα

Ζωρζ Πιλαλί:

θολώνω, παίρνω ότι βρω, σκουπιδόσακους, Stratocaster, τυριά αφάγωτα. Τα μαζεύω και τα πετάω μες την αυλή του για να τον ξενερώσω!

Απευθείας Σύνδεσμος Βίντεο Ζωρζ Πιλαλί, Τα Σκουπίδια, άκου στο 1:11

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μεταβαίνω από μία κατάσταση λογικής ύπαρξης σε μία κατάσταση άλογων πράξεων και σκέψεων, κατά την οποία δεν υφίσταται καταλογισμός, εξαιτίας τρίτων παραγόντων. Κυριολεκτικά, φέρομαι σα μουρλός, ως απότοκο ενός γεγονότος ή μίας πράξης. Μερικό συνώνυμο: Θολώνω.

Ετυμολογία [κάργα λαϊκή λέξη < μουρλός < βενετική murlo]

[Εδειρα ένα θύμα μου] Γιατί του είπα να μου βάλει κάτι σύνθετα σε ένα άλογο, δε μου τα έβαλε και μουρλοποιήθηκα Απευθείας σύνδεσμος βίντεο

κύριος Αυγολέμονος, βλέπε/άκου στο 1:17

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

[γamáo] και γαμώ, ρήμα μεταβατικό

Χρησιμοποιείται μεταφορικά όταν οι ενέργειες κάποιου οδηγούν στην απόλυτη καταστροφή μίας κατάστασης ή ενός αντικειμένου. Εδώ το ρήμα γαμάω έχει απεκδυθεί της απόλαυσης ή της κυριαρχικής του φύσης και αποδίδει αποκλειστικά την καταστροφή. Λαϊκότερα αποδίδεται με το ρήμα Ξεκωλιάζω ενώ υπάρχει και ο υπερθετικός τύπος Απογαμάω. Χρησιμοποιείται συχνότερα στον αόριστο, για να τονίσει τη διάρκεια που έχει το γεγονός μέχρι το παρόν.

Μετά το τελευταίο σέρβις, το αυτοκίνητο γαμήθηκε

Μην ανεβάζεις τη θερμοκρασία στο μάτι, γαμάς το φαγητό

Με την τελευταία κυβέρνηση, η οικονομία γαμήθηκε.

Με τόση πίεση που δέχτηκε, το παιδάκι γαμήθηκε εντελώς (εδώ αμετάβατο)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στα σλάνγκικα σημαίνει αγνοώ, γράφω στ΄ αρχίδια μου κάποιον. Εφόσον λείπει ο προσδιορισμός μετά το ρήμα, υποννοείται ότι η παραπομπή είναι στο πουθενά, στον κάλαθο των αχρήστων, εκεί που δεν πιάνει μελάνι, στα αζήτητα. Συνήθως χρησιμοποιείται σε παρελθοντικό χρόνο.

- Χτες στο εστιατόριο της σχολής μας έπιασε ένας ΕΛ και μας έλεγε ότι φτιάχνουν καύσιμα για αεροπλάνα από ελληνικό γιαούρτι.
- Λέγε.
- Τι να πώ ρε, μας ζάλισε τον έρωτα. Τον παρέπεμψα κλασικά.
- Ε τι α κανς; α κάειτς να μαλώεις;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σαρδαμισμός-παραλλαγή του "μεταλαμπαδεύω". Η διαφορά βρίσκεται στην κυριολεκτική σημασία κατά την οποία πλέον δεν δίνουμε φως αλλά πασάρουμε τη μπάλα. Μεταφορικά εννοείται το ίδιο, σου μαθαίνω μπαλίτσα, σου κάνω πάσα γνώση.

-Έχω ραντεβού με την Δανάη σήμερα και δε ξέρω που να την πάω για φαγητό.
-Να μαγειρέψεις σπιτι, ψητό σολωμό με πατάτες και καμιά σαλάτα με ρόκα,ραπανάκι,παρμεζάνα και καρύδια.
-Όχι ρε θέλω να την εντυπωσιάσω, θα την πάω σε κάνα καλό εστιατόριο να γουστάρει.
-Άκου ρε λελέ την Ποπάρα, σου μεταμπαλαδεύει γνώση και εμπειρία μπας και φορτώσεις άχρηστε!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ποσυνάζω (ρήμα) και ποσυναμένος (επίθετο).

Τακτοποιώ κάτι, είμαι τακτοποιημένος μετά από κάποια δουλειά, έχω κάνει μπάνιο, ξυριστεί και ντυθεί, και είμαι έτοιμος να πάω στο καφενείο του Νίκου ή της Ιωάννας για ρακές. Χρησιμοποιείτε κατά κόρον σε χωριό της Κρήτης.

- Για σου ωρέ Δημήτρη, ίντα γίνεται;
- Για σου ωρέ Κούνελε, πάω να ποσυνάξω τα εργαλεία, να ποσυναχτώ κι εγώ, και τα λέμε στο καφενείο.
- Σε ποιο από τα δύο, στο ελληνικό ή στο αλλοδαπόν;
- Άντε απόψε στο αλλοδαπό, θα πάμε για κεφαλάκια!
(προηγουμένως είχε ποσυνάξει δυο κατσικάκια)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κάνω διάτρητη μια επιφάνεια μετά από βολή κατα ριπάς ενός πολυβόλου όπλου. Είναι μεταφορική σημασία του γαζώματος με ραπτομηχανή, το οποίο επιφέρει αντίστοιχη διάτρηση και προέρχεται από το αραβικό qazz το οποίο σημαίνει μετάξι.

-Πέρασαν δύο αμάξια και γάζωσαν το μαγαζί εν κινήσει, δεν έμεινε κολυμπηθρόξυλο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όταν έχεις ένα σχέδιο αλλά καταφέρνεις να το γαμήσεις τελείως και ανελέητα.

- Γιάννη τι έγινε χθες με την γκόμενα ρε μαλάκα?
- Άστα φίλε έλουσα παναγία. Την έπεσα σε μία άλλη και μας είδε μαζί.

Got a better definition? Add it!

Published

Όταν κάποιος έχει αράξει και βαριέται τόσο πολύ που έχει μπει στην κάσα (σ.σ φέρετρο) ·έχει νεκρώσει. Είναι το τελικό στάδιο του μπετώματος από το οποίο δεν υπάρχει γυρισμός. Χρησημοποιείται σε πολύ ειδικές περιπτώσεις και μόνο όταν οι άλλες 2 εκφράσεις δεν καλύπτουν το μέγεθος της βαρεμάρας.
μπέτωμα->πέτρωμα->κάσωμα

- Θα έρθει τελικά ο Ευγένιος σήμερα?
- Μπα ρε φίλε δεν τον κόβω. Έχει κασώσει για τα καλά...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified