1. Είδος ψαριού
  2. Τύπος, μοδάτος, καλοντυμένος (ενώ δεν το συνηθίζει), μαγκάκος κι όλα τα συναφή που χαρακτηρίζουν έναν τσίφτη.
  1. - Ρε, κοίτα τον Χ πώς έσκασε! - Πςςςς, γύλος, γύλος!

  2. - Πήγα και την έπεσα στην Κορίνα, μάλλον την έχω! - Φσσς, αφού 'σαι γύλος!

Γύλος, γλίτσα, αλλά ωραία χρώματα πετρελαιοκηλίδας (από Galadriel, 02/02/09)Ο Αυλωνίτης ως Γύλος, στη "Σωφερίνα" (από GATZMAN, 02/02/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
Galadriel

Ο γύλος είναι ένα γλυτσερό βραχόψαρο, που είναι σκέτη αηδία να το πιάνεις στην καθετή γιατί δεν μπορείς να το ξαγκιστρώσεις χωρίς να γεμίσουν τα χέρια σου μιξοειδής εκκρίσεις έουυυυυυ

#2
allivegp

Σπανο-βαγγελο-δημητρακόπουλος