Άνδρας (ούτως ειπείν...) του οποίου οι περήφανοι γονείς έχουν γνωριστεί με τους γονείς της γκόμενάς του - κοινώς, έχει κάνει «φανερώματα». Θηλυκό: Φανούρω, φανούραινα.
Καμία σχέση με το φανουρομωρό
Φανούρη, κόκα-κόλα έφερες;
Άνδρας (ούτως ειπείν...) του οποίου οι περήφανοι γονείς έχουν γνωριστεί με τους γονείς της γκόμενάς του - κοινώς, έχει κάνει «φανερώματα». Θηλυκό: Φανούρω, φανούραινα.
Καμία σχέση με το φανουρομωρό
Φανούρη, κόκα-κόλα έφερες;
Got a better definition? Add it!
2 comments
GATZMAN
Τι ειπε ο άνθρωπος;
Επισκέπτης
Αυτό:
φανούρης
Άνδρας (ούτως ειπείν...) του οποίου οι περήφανοι γονείς έχουν γνωριστεί με τους γονείς της γκόμενάς του - κοινώς, έχει κάνει «φανερώματα». Θηλυκό: Φανούρω, φανούραινα.
Καμία σχέση με το φανουρομωρό
Φανούρη, κόκα-κόλα έφερες;