Ο ψωροπερήφανος, που σειέται και λυγιέται και κουκουνίζεται (=καμαρώνει).
Έλα στο παράθυρο, περνάει απ' έξω ο κορδομενίδης. Κοίτα πλάκα πούχει...
Got a better definition? Add it!
Published 2008-03-19 13:10:51+00:00 Last modified 2008-03-20 12:25:07+00:00
vikar
2008-10-30 10:52:22+00:00
Απο το κορδώνομαι.
I forgot my password!
Choosing "Register" below you agree to the Terms & Conditions and the Privacy Policy.
1 comment
vikar
Απο το κορδώνομαι.