Ψεύτικο πράμα. Άδικο. Αβαβά. Απάτη. Κοροϊδία. Αμαρτία να γίνει τέτοιο πράμα και απόδειξη ότι κοιμήθηκε ο Θεός.

Χρησιμοποιείται στο ποδόσφαιρο, κυρίως για να χαρακτηρίσει αποφάσεις του διαιτητή. Επίσης στα χαρτιά, όταν η έκβαση της παρτίδας φαίνεται να 'χει πάει κόντρα στους νόμους των πιθανοτήτων.

Το πετσί μας το φοράνε ή μας το περνάνε.

  1. - Καλά, με πέτσινο πέναλτι κερδίσατε πάλι ... Τον δικό σου, φου να τον κάνεις και πέφτει με τη μία ...
    - Ρε συ, είσαι σοβαρός; Δηλαδή, πρέπει να κάτσει να τον γαμήσουν για να πάρει πέναλτι ... πεναλτάρα ήτανε, μαρς ...

  2. Ρε απίστευτε, πότε θα μάθεις μπουρλότο; Είναι ποτέ δυνατόν να έχουμε εμείς τα πιο πολλά ατού και να μας βγάζουν την αγορά; Μας το φορέσανε πάλι το πετσί, συγχαρητήρια ...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
acg

Κατ' εξοχήν δε χρησιμοποιείται και για επιταγές οι οποίες είναι ακάλυπτες, όχι ότι γίνεται κάτι τέτοιο βέβαια στην Ελλάδα, αλλά λέμε...

Για το δεύτερο παράδειγμα, επειδή πολλά έχουν δει τα μάτια μου στο ρημαδοπαίχνιδο αυτό, αν αυτοί οι άλλοι που αγόρασαν με λίγα ατού είχαν εξωτερικό φύλλο βουνό, καμμιά τετάρτη, κάνα καρρέ, δε πα να ΄χεις εσύ όλα τ' ατού!

#2
Μιτζνούρ

Λέγεται και για φάρμακα που είτε είναι πλασματικά (μόνο ετικέτα) ή προέρχονται από ύποπτα εργαστήρια ή έστω κυκλοφορούν νόμιμα αλλά δεν είναι της εταιrείας που τα πρωτολάνσαρε. Πέτσινο Ceclor. cortizine μια πέτσινη amycacin που συνταγογραφούσαν οι γιατροί κάποιου ασφαλιστικού οργανισμού αντί 2 δραχμών το κομμάτι. Και μετά μου λέτε για τις παξιμαδοκλέφτρες. Αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες.

#3
allivegp

Συνώνυμα: αβαβά, κάλπικος αλλά και φουγκάζι, μια αμερικανοσλανγκιά που παίζει πολύ ο Scorsese στις ταινίες του.