Ό,τι προσιδιάζει σε κίτρινο τύπο χαμηλού επιπέδου με κουτσομπολιά και ρέιτζ μπέιτ / κλικ μπέιτ.
Θα σου βάλω έναν εντελώς κιτρινίλα τίτλο στο άρθρο σου, για να κάνει πολλά χτυπήματα.
Ό,τι προσιδιάζει σε κίτρινο τύπο χαμηλού επιπέδου με κουτσομπολιά και ρέιτζ μπέιτ / κλικ μπέιτ.
Θα σου βάλω έναν εντελώς κιτρινίλα τίτλο στο άρθρο σου, για να κάνει πολλά χτυπήματα.
Got a better definition? Add it!
Από την αγγλογαλλική λέξη dînatoire: Είναι κάτι ανάμεσα σε cocktail party και δείπνο. Οι καλεσμένοι δεν έχουν συγκεκριμένη θέση στο τραπέζι και επιλέγουν από μπουφέ, αλλά φαγητό που αξίζει εκατοντάδες καρδούλες στα σόσιαλ. Μια από τις λέξεις του 2025.
Στο ντινατουάρ μπορείς να σηκώνεσαι και να κάθεσαι κατά βούληση και έτσι δεν κινδυνεύεις να εγκλωβιστείς από έναν βαρετό διπλανό, ενώ ο οικοδεσπότης δεν έχει άγχος με τα RSVP της τελευταίας στιγμής.
Got a better definition? Add it!
Yποτιμητικός όρος για τους υπολογιστές, τα ρομπότ και πηγές τεχνητής νοημοσύνης, που εισήχθη από το Star Wars (clanker αγγλιστί). Μια από τις λέξεις του 2025.
Έρχονται οι κλάνκερζ και μας παίρνουν τις δουλειές.
Got a better definition? Add it!
Η μυρωδιά του αλμυρού θαλασσινού νερού και μεταφορικώς των καταστάσεων της θάλασσας.
Στα είκοσί του μπάρκαρε και από τότε τον έφαγε η θαλασσίλα.
Got a better definition? Add it!
Η οσμή, κυριολεκτικώς και μεταφορικώς, της τρίτης ηλικίας.
Να γιατί υπάρχει η λεγόμενη «γεροντίλα» και πως αντιμετωπίζεται. (Εδώ).
Got a better definition? Add it!
Η μυρωδιά του πλοίου που κατατρύχει τους ναυτικούς.
Βοή της σφυρίχτρας, ομίχλη, ζέστη, κούραση, ανακατώνονται.....
Γδύσου. Θα σου δώσω για φόρεμα το πούσι… Θα πιω άλλο ένα, για χάρη της
θάλασσας… Για χάρη της γοργόνας πο ’χω στο μπράτσο µου. Που σαλτάρει
στη θάλασσα κάθε νύχτα και με κερατώνει με τον Ποσειδώνα. Γυρίζει το
πρωί που κοιμάμαι, γιομάτη φύκια και τσουκνίδες της θάλασσας. Όταν
πιάνουμε στεριά για καιρό, μαραζώνει και χάνει τα χρώματά της… Ένα
σπιτάκι στην εξοχή. Να κοιμάσαι μια βραδιά στα δυο χρόνια. Δίχως
γυναίκα στο πλάι σου. Το πρωί να σαλπάρεις… Πάλι το ντάκα ντούκου της
μηχανής, η μυρωδιά της λάντζας, ή βαπορίλα, ο μάγερας που κόβει τα
νύχια του με το μαχαίρι της κουζίνας. Βάρδια γιερνέ, γιατάκι με
κοριούς, επισκευές, μυρωδιά της μοράβιας, πίσσα βρασμένη, απόπατοι
δεξαμενής, νερό θολό στο μπουγέλο. Νερό µε τρίχες από λιοντάρια,
ποταμίσιο, μαγαρισμένο από κροκόδειλους, βρομόλογα στο τραπέζι,
τσικνισμένο ρυζόγαλο, βλαστήμια για καλημέρα, αρρώστια της λαμαρίνας.
Σκάτζα βάρδια με τράβηγμα από το χοντρό δάχτυλο του ποδιού. Βίρα.
Φούντο. Σταυροδρόμι… ΒΑΡΔΙΑ.... Νικος Καββαδιας...
Got a better definition? Add it!
Το μαχαίρι στο ιδίωμα των φυλακών του Μεσοπολέμου.
Εις αυτά όλα προσθέσατε και ωρισμένα άλλα αντικείμενα απηγορευμένα υπό του κανονισμού, τα οποία είτε κατώρθωσε να κατασκευάση ο κατάδικος εκ του μηδενός, με απίστευτον δεξιοτεχνίαν και εφευρετικότητα, είτε κατώρθωσε να τα “περάση” μέσα εις την “ψειρού” με δόλους που θα εζήλευε και αυτός ο πολυμήχανος Οδυσσεύς (μερικούς των οποίων θα τύχη να αναφέρω αλλού), προσθέσατε λέγω κανένα “Θανάση, κανένα “γοργόν”, κανένα “τραβηχτό”, προσθέσατε τον απαραίτητο “πιτσάκο”, κανένα τυχόν μικροσκοπικό “μπαγλαμαδάκι”, αντικείμενα τέλος των οποίων η κατοχή είναι ένας διαρκής κίνδυνος, σωστή σπάθη του Δαμοκλέους επί της κεφαλής του καταδίκου, των οποίων η απόκρυψις απαιτεί προσοχήν, διορατικότητα, ακατάπαυστον επαγρύπνησιν, και θα έχετε πάνω κάτω μίαν εικόνα του όλου νοικοκυριού, αν δεν έχετε ξεχάσει εν τω μεταξύ και τα λίγα άθλια “τσαμασίρια” (Πέτρος Πικρός).
Got a better definition? Add it!
Ο καθρέφτης στην αργκό των φυλακών του Μεσοπολέμου.
Μια παλιά “μπαμπακού” που του έχει είτε δανεισθή είτε ενοικιασθή είτε του έχει προσκαίρως παραχωρηθή από κάποιον συγκρατούμενό του απέναντι κάποιας εκδουλεύσεως, μια “λιάρα”, μια “ποτουργέρα”, ένα “μυτερό”, μια “χλάπα”, ένα “ρηχό”, ένα “βαθύ”, κανένα κουτσό καμινέτο, ένα “μπανιστήρι”, μια “ξεδιαλίστρα”, όλα αυτά τα “υπάρχοντα” είναι γι' αυτόν θησαυρός ανεκτίμητος και απαρτίζουν τα απαραίτητα “τσουμπλέκια” του “νοικοκυριού” του. (Πέτρος Πικρός).
Got a better definition? Add it!
Το πιρούνι στο ιδίωμα των φυλακών του Μεσοπολέμου.
Μια παλιά “μπαμπακού” που του έχει είτε δανεισθή είτε ενοικιασθή είτε του έχει προσκαίρως παραχωρηθή από κάποιον συγκρατούμενό του απέναντι κάποιας εκδουλεύσεως, μια “λιάρα”, μια “ποτουργέρα”, ένα “μυτερό”. (Εδώ).
Got a better definition? Add it!