Further tags

Πρόκειται για άτομο με την ιδιότητα του Σαπίλος (ή Σάπιλ), που όμως φέρει -από επιλογή ή εκ φύσεως- καράφλα.

-Βλέπεις τους τύπους εκεί που αράζουν; Ο ένας είναι μεγάλο σαπίδι. -Ποίος από όλους; -Ο καραφλοσάπιλ..

Ετυμολογία

καραφλός, ο + Σαπίλος (ή Σάπιλ), ο

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άτομο που επιδίδεται συχνά στην πράξη του σάπινγκ.

Ο τύπος την άραξε σε μιά καρέκλα σε όλο το γλέντι και δεν κουνήθηκε καθόλου. Μιλάμε για τεράστιο σάπιλ..

Συνώνυμα

σαπίδι, το


Παράγωγα

Καραφλοσαπίλος (ή Καραφλοσάπιλ), ο

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άτομο γένους θυληκού με άγριες διαθέσεις. Ανακαλύφθηκε από τον Γ.Κ. και το όνομα της επινοήθηκε από την λουγκρα. Προς το παρόν έχει βρεθεί μόνο ένα άτομο τέτοιου είδους στην Κρήτη. Είναι καγκουρισσα αράζει συνήθως σε ρακαδικα και είναι λυσασμενη. Το παίζει μπαι αλλά είναι καραστρειτ. Πολλές φορές ο όρος φωφικα συγχέεται με την /τον φασαια/ο χωρίς όμως κάποιο επιστημονικό υπόβαθρο που να εξηγεί αυτόν τον συλλογισμό. Λέει όλη την ώρα κρύα ανέκδοτα/λογοπαίγνια και μυρίζει μπαφιλα. Είναι φανατική δαπιτισσα και ομοφοβικια. Φημες την θελουν να συμμετασχει σε πορειες του πολυτεχνειου φωναζοντασ συνθηματα της ΔΑΠ! Τέλος είναι όλη την μέρα νυσταγμένη και κοιμάται κυριολεκτικά ορθια μεσα σε λεωφορεία. Αν βρειτε ποτε καμια κοιμισμένη φωφικα μεσα σε λεωφοερειο παρακλω καλεστε αμεσως τους μπατσους διοτι η ζωη σας βρισκετε σε κινδυνο (ειδικα αν ειστε αδελφή) λεζάντα video

-μαλακα μου νομίζω πως η γκομενα μου είναι φωφικα

-Ελα ρε μπρο όντως ;

-ναι σου λέω σκέφτομαι να της το ληξω

- Η Φωφικα εγινε

-Η φωφικα κυνηγαει πουσταροπουσταρους

-Η φωφικα εγινε αρουραιος

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ουσιαστικό - Θυληκό «Ράγισσα»

Τούρκικη καταγωγή. Προσβολή για Έλληνες, Αρμένιους και Πόντιους. Ο υποταγμένος, ο υποδουλωμένος, αυτός που πληρώνει χαράτσι.

Από το έτος 2020 άρχισε να χρησιμοποιείτε στην Πάτρα ακριβώς όπως χρησιμοποιούν οι Αφροαμερικάνοι την λέξη «nigger». (δηλαδή ένας όρος όπου επιτρέπεται να χρησιμοποιούν μόνο οι ομόφυλοι Αφροαμερικάνοι και κανένας άλλος, αλλιώς θεωρείται μεγάλη προσβολή)

1 - Γιο Ραγιά μου, τι λέει;

- Άσε ραγιά μου, έχω κόψει φλέβες με το αφεντικό μου. Απαίσιος ραγιάς!

2 - Ραγιά μου κοίτα δεξιά σου, αυτή είναι η γκόμενα που μου έβγαλε την πίστη.

- Έτσι είναι οι ράγισσες με κόκκινα μαλλιά...

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως επίθετο (Ραγιάδικο/η)

Got a better definition? Add it!

Published

Κομοδίνο, κομμάτια, πίτας (συνήθως για κοροϊδία)

Που σαι ρε λείψανο Λέγε ρε λειψανιματία

Got a better definition? Add it!

Published

Η κουκουβάγια στα αρβανίτικα. Δες και Κουκουμάτσια

Ζουμπουλία: Αντε μαρή κουκουμάφκα

λεζάντα video

Got a better definition? Add it!

Published

Κάναβος ή Κανάβη (με ένα ν χεχε) ή τζίβα ή τρίχα

Σχοινί σε ίνες. Χρησιμοποιείται σε υδραυλικές ενώσεις μεταξύ σωληνώσεων στις οποίες μένουν κενά στα πάσα. Πχ σε σωλήνες μεταλλικές με μεταλλικές ή πλαστικές με μεταλλικές και το ανάποδο.

Τυλίγεται επάνω στα πάσα του αρσενικού συνδέσμου και μπαίνει μέσα στα κοιλώματα ωστε να καλύπτει μικρά διάκενα τα οποία υπάρχουν και απο τα οποία θα υπήρχε διαρροή νερού αλλιώς.

Η σημερινή μόδα είναι το τεφλόν..

Ο όρος χρησιμοποιείται (κυρίως) απο υδραυλικούς !

Οχι ετσι ρε μαλάκα . Η τζίβα πρέπει να πάει στα πάσα μέσα, αλλιώς θα τρέχει !

λεζάντα εικόνας

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το άτομο αυτό, συνήθως θηλυκού γένους (πληθ.: τσουτσούδες), που πετυχαίνει κανείς στα μέσα μαζικής μεταφοράς, το οποίο, καθώς μπαίνει ή κινείται μέσα σ'αυτά,
αν θεωρεί ότι το εμποδίζεις και πρέπει να κάνεις στην άκρη να περάσει,
αντί να ανοίξει το στόμα του και να το ζητήσει ευγενικά, σαν άνθρωπος, κάνει απλά με το στόμα τον εκνευριστικό ήχο «τσου», αγανακτισμένο κιόλας που δεν μύρισες τα νύχια σου για να καταλάβεις τι σκατά θέλει.

(μέσα σε λεωφορείο που είναι φίσκα)
- Τσου! ΤΣΟΥ!!
- Τί «τσου» και μαλακίες μωρή τσουτσού;;!! Μίλα σαν άνθρωπος και πες τι θέλεις!

Got a better definition? Add it!

Published

Συνήθως χρησιμοποιείται σε μορφή ερώτησης προς τον κροκόδειλα της παρέας που έχει μαζευτεί για πιώμα. Κάθε φορά που αυτός "ξεχνιέται" να γυρίσει το τσιγάρο, ρωτάμε ειρωνικά "Σάμαλι;", εννοώντας "μήπως θες να σου φέρουμε και κάνα γλυκάκι;". Προέρχεται από τη συνήθεια των χασικλήδων να τρώνε γλυκό μετά το κάπνισμα, αφενός για τις λιγούρες, αφετέρου για να πάνε κάτω τα ζαφείρια και να φύγει η πικρίλα του μαύρου από το στόμα.

Συναντάται κυρίως στη βόρεια Ελλάδα.

-...PΗFFFFFiiiiFFFFF.......PΗFFFFFFOuOuOuOuFFFFF....PΗFFFFFiiiiFFFFF.......PΗFFFFFFOuOuOuOuFFFFF

- Σάμαλι;

- Άραξε ρε φίλε δυο τζούρες έκανα!

- Έλα να γυρνάει..

Got a better definition? Add it!

Published

Το κάπνισμα χασίς ή μαριχουάνας. Επίσης χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει το ίδιο το αντικείμενο, δηλαδή το τσιγάρο ή την ενεργό ουσία.

-Έλα τι λέει, να ρθω για πιώμα;

-Άμα θες πιώμα, φέρε το πιώμα.

Got a better definition? Add it!

Published