Το ανελέητο χύσιμο χωρίς σταματημό, τόσο πολύ που ο υποδεχόμενος δε μπορεί να το αντέξει. Είναι παρόμοιο με το χυσίδι αλλά σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό που προκαλεί έντονη δυσφορία στον αποδέκτη, σε βαθμό απελπισίας.

Μεταφορικά χρησιμοποιείται για μια πολύ δύσκολη και αβάσταχτη κατάσταση.

Μπήκε μέσα καβλωμένος και τους έχυσε όλους μέχρι που έκλαιγαν. Έγινε τρελό χυσομαρτύριο.

-Τι έλεγε η εξέταση χθες, πώς τα πήγες;

-Άσε φίλε, τον ίπιαμε, τρελό χυσομαρτύριο.

Got a better definition? Add it!

Published

Η φανέλα που φοράς κάτω από το πουκάμισο ή το t-shirt και την χρησιμοποιείς για να σκουπίσεις τα υπολείμματα ούρων από το πέος, τα οποία δε φεύγουν ποτέ όσο και να το τινάξεις. Χρησιμοποιείται αντί του κωλόχαρτου αν δεν υπάρχει ή ενίοτε προτιμάται του κωλόχαρτου, καθώς δεν ελοχεύει ο κίνδυνος διαμοιρασμού των ούρων, που μπορεί να θεωρηθεί ως μια ήπια μορφή έμμεσου ομοφυλοφιλικού σεξ.

Μαλάκες πήγα για κατούρημα και δεν είχε χαρτί, ευτυχώς φορούσα την κατουροφανέλα.

(Φίλος κουλός) Που λέτε, τώρα που μαθαίνω να ζω με ένα χέρι, πραγματικά πιστεύω ότι η κατουροφανελα έχει να δώσει πολλά.

Got a better definition? Add it!

Published