Συνώνυμο με το ζάρι με πόδια, αλλά σε μάλλον υπερθετικό βαθμό, καθώς σχολιάζει ταυτόχρονα με τη φυσική εμφάνιση και τη στιλιστική άποψη.

- Ρε φίλε, κοίτα τι φοράει το ζάρι... - Έλεος. Μόνο το πράσινο και το μπλε λείπει για κύβος του Ρούμπικ...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χαρακτηρισμός ατόμου, συνήθως εντυπωσιακά χοντρού. Από τις περιπτώσεις που σου κάνει εντύπωση το πώς μπορεί και περπατάει καν.

- Ω ρε φίλε, κοίτα διακριτικά τι περνάει στα δεξιά μας...
- Πω πω έλεος, σα ζάρι με πόδια είναι...!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η δεντρωγετόπιτα αναφέρεται σε κάθε είδος πίτας (σπανακόπιτα, τύροπιτα, λουκανικόπιτα) που μπορεί κανείς να βρει σε φούρνο, σαντουιτσάδικο, κλπ και που απλά δεν τρώγεται (φουλ του λαδιού με ζυμάρι, 24ωρη ηλιοθεραπεία στο τζάμι επί 4 μέρες, κ.ά.).

  1. Πήγαμε στο φούρνο πριν με ένα συνάδελφο και φορτωθήκαμε παραγγελίες από το γραφείο για τα παιδιά. Θέλανε διάφορα, αλλά νταξ, δεντρωγετόπιτες έχει, οπότε δεν ψάξαμε και πολύ...

  2. Αλέκος: - Τι προτείνεις να πάρω; Πεινάω πολύ...
    Ταρζάν: - Πάρε στο 7793777, όλα εδώ είναι δεντρωγετόπιτες.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified