Παραφθορά του γνωστότατου μαλακισμένος, -η, -ο.
Βλ. και «παλιομαλακιασμένο» (ιδιαίτερα προσβλητικό).
Επήγα στη μπουτίκ να πάρω ένα σάλι και το μαλακιασμένο είχα ξεχάσει το πορτοφόλι μου.
Παραφθορά του γνωστότατου μαλακισμένος, -η, -ο.
Βλ. και «παλιομαλακιασμένο» (ιδιαίτερα προσβλητικό).
Επήγα στη μπουτίκ να πάρω ένα σάλι και το μαλακιασμένο είχα ξεχάσει το πορτοφόλι μου.
Got a better definition? Add it!