1. Επιταχύνω, γκαζώνω, τρέχω, βάζω τα δυνατά μου, με πιάνει κωλοπιλάλα.

  2. Χέζω: Χρησιμοποιείται κυρίως σε εξτρίμ καταστάσεις, όταν ας πούμε έχεις να αντιμετωπίσεις κουράδα «εγκεφαλικό» ή «Κινγκ Κονγκ».
    Συνοδεύεται από μούγκρισμα αυξανόμενης έντασης και καταλήγει σε στεναγμό ανακούφισης. (παράδειγμα 4)

  1. - Ρε! Αύριο λήγει το ντεντ λάιν και εσύ παίζεις πασιέντζα;
    - Έλα μωρέ! Τρία άρθρα μείνανε, θα μαρσάρω αύριο το πρωί και το μεσημέρι θα είσαι έτοιμος για τυπογραφείο. Πιάσε μπύρα κι άραξε...

  2. Αυτό, όμως, μπορεί να αλλάξει απότομα, από τη μια στιγμή στην άλλη... Πώς; Αν (και όταν) αποφασίσει η Νέα Δημοκρατία του Σαμαρά να «μαρσάρει»! εδώ

  3. «Μαρσάρει» η επένδυση
    Ανοίγει οριστικά ο δρόμος για την κατασκευή του μεγάλου έργου του Αυτοκινητοδρομίου της Πάτρας μετά την χθεσινή ομόφωνη απόφαση της Γνωμοδοτικής Επιτροπής με την οποία το έργο εντάσσεται στον Αναπτυξιακό Νόμο. εδώ

  4. - Δεν είναι εδώ ο Γιώργος;
    - Στην τουαλέτα
    - Θα αργήσει;
    - Μαρσάρει εδώ και μισή ώρα... ε, σε κανένα τεταρτάκι θα βγει...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μαρσάρω κάποιον: τον γκαζώνω, του τα ψέλνω, τον βρίζω, τον τσιτώνω.

Τη λες ρε φίλε, δηλαδή τον μάρσαρε και μετά του τα έψαλε, δηλαδή τον σκότωσε πυροβολώντας τον και μετά στο καπάκι τον έπνιξε!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified