Εδώ και μήνες έχω στο πρόχειρό μου την λέξη αυτή. Υπάρχει στο γούγλε, αλλά και στον Τριανταφυλλίδη, ο οποίος την ετυμολογεί από το ιταλ. caserma < γαλλ. caserne και την ερμηνεύει ως στρατώνα. Εφόσον την βρήκα εκεί, θεώρησα περιττό να την βάλω ως λήμμα, αλλά τώρα βρίσκω ευκαιρία να την προσθέσω ως συμπληρωματικό λήμμα της καζέρνας του Βικάρ.

Η καζάρμα λοιπόν, εκτός από τοπωνύμιο (Εύβοια, Μεσσηνία, Αργολίδα νομίζω, ένα βουνό κοντά στη λίμνη Πλαστήρα κα), είναι σε μερικά μέρη το φρούριο (πχ στη Σητεία) ή απλά οι εγκαταστάσεις που στεγάζονταν σε ένα όποιο κτίριο το οποίο χρησίμευσε ως στρατώνας / αποθήκη όπλων κλπ κάποιων κατακτητών που πέρασαν από κει, πχ των Γερμανών κατά την Κατοχή.

Με την έννοια αυτή, δηλ. ως ουσιαστικό όχι ως κύριο όνομα, άκουσα για πρώτη φορά τη λέξη στην Αίγινα όπου, ακόμα και σήμερα, οι ντόπιοι λένε καζάρμα το Εϋνάρδειο (νομίζω), ένα από τα πολύπαθα και υπό κατάρρευση καποδιστριακά κτίρια του νησιού: και σχολείο έγινε, και μουσείο, και καζάρμα και απ' όλα. Αν δεν ήταν αυτό, τότε πρόκειται για κάποιο άλλο από τα ιστορικά της κτίρια. Σημασία έχει ότι πρόκειται για απλό κτίριο και όχι πραγματικό στρατώνα κλπ.

  1. «Πόσα ηλιοβασιλέματα και πόσες ανατολές πέρασαν από τα μαθητικά μας χρόνια και μου φαίνεται σα να ήταν χθες, που καθόμασταν στα ίδια θρανία της καζάρμας...»
    (από νεκρολογία στα «Νέα του Σαρωνικού»)

  2. βλ. μήδι, μάρκα ρούχων με έδρα την Αίγινα.

(από ironick, 13/03/10)Για τα μαγαζά που εκλείσανε: Αφιερωμένο στη Μές :-) (από HODJAS, 14/03/10)

βλ. και καζέρνα, κασέρνα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified