Κατά τον νονό του λήμματος Γκατς, είναι ο πολύ πολύ ματιασμένος.

Προφ από την πάγια τακτική των μαγισσών και χαρτοριχτρών και λοιπών ξεματιαστριών που κάνουν βουντού: καρφώνουν με καρφίτσα διάφορα σημεία του σώματος ή του προσώπου (πχ μάτια, μπρρρρρρρ) μιας πάνινης κούκλας που συμβολίζει το προς κατάρα άτομο και μετά ασκούν τα μάγια τους. Κάθε καρφωμένο σημείο του σώματος είναι δεδομένο ότι θα ματιαστεί και κάτι θα πάθει... Ε πιο ματιασμένος από αυτό δε μπάει.

Σημ.: για τους ορισμούς του καρφώνω που αναφέρονται στο σλανγκρ δεν πολυχρησιμοποιείται η μετοχή καρφωμένος.

- Ρε πστ τι έχεις πάθει; Ματιασμένος είσαι;
- Καρφωμένος δε λες καλύτερα; Ποιος ξέρει τι θα έκανε η Σούλα σήμερα που πήγε να της πούνε τον καφέ...

Got a better definition? Add it!

Published