Ελλειπτική πρόταση που σημαίνει «δεν ξέρω», «δεν καταλαβαίνω», «έχω πλήρη άγνοια», απομονωμένη από τη φράση δεν έχω ιδέα.

  1. — Τί λες να πέσει αύριο μαθηματικά δύο;
    — Με το μαλάκα τον Τσεκουρίδη; Ιδέα.
    — Δέ το δώσεις;
    — Τρ'λός είσαι; Του χρόνου που θα γυρίσει ο Θύμας και θα το ξαναπάρει. Πέρσι λέει έγινε του σκονακιού το κάγκελο, δέ κόπηκι' ούτε ένας.

  2. ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ: Ζυγκνώμη, πώς πηγκαίνει σε Αεγόντγομο;
    ΜΑΛΑΚΑΣ: Γουι ντό νόου, γουι όλσο τούριστ!
    ΑΛΛΟΣ ΜΑΛΑΚΑΣ: Γές-γές, γουι όλσο τούριστ! Σόρι φρέντ...
    ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ (φεύγοντας): Oh, okay... (Arschlöcher...)
    ΑΛΛΟΣ ΜΑΛΑΚΑΣ: Καλά, μιλάμε, ο τύπος ιδέα, έτσι;...
    ΜΑΛΑΚΑΣ: Ναί ρε! το βρομοάγγλουρα το βλίτο να πούμε, άχαχαχαχα...

  3. Πρώτη πρώτη βόλτα ήταν με ένα Typhoon 50 της ξαδέρφης μου..Πάνε μερικά έτη! Έπειτα το προηγούμενο καλοκαίρι [...], ο κολλητός του κολλητού μου στο Βόλο είχε ένα Yamaha F1 (ξέρετε..το διχρονάκι ;) ). Εγώ ιδέα τότε από μηχανάκια, μάρκες, δίχρονα, τετράχρονα κλπ. Του το ζητάω και σαν από επιφοίτηση, χωρίς να μου έχει πει κανείς το παραμικρό, καβαλάω το F1 εκεί στο Βόλο και αισθάνομαι σαν να το ξέρω χρόνια.. (από εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified