Συνηθ. στον πληθ., μαγείρια. Μεταξύ τους οι μάγειροι και όσα παιδιά δουλεύουν σε εστιατόρια, φαστφουντάδικα, πιτσαρίες, σουβλατζίδικα κλπ και τους βγαίνει η παναγία για να τρώνε ζεστό φαγητάκι οι μικρομεσαιομεγαλοαστοί.

Μαγείρια ενωμένα ποτέ νικημένα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified