Ξεπερνάω τα όριά μου και ξεσπάω. Αυτό που με συγκρατούσε δεν αντέχει πια ή απλώς επιλέγω να το καταργήσω. Η ασφάλεια λοιπόν καταργείται και εκρήγνυμαι.

Από την ορολογία των όπλων γενικά (αν και ο νους μας πάει κυρίως στη χειροβομβίδα ή στη βόμβα) όπου απασφαλίζω σημαίνει «μετακινώ τον μηχανισμό ασφαλείας ενός πυροβόλου όπλου ώστε να είναι έτοιμο για βολή».

Στη σλανγκ μεταφορά όμως δεν γίνεται τόσο μεθοδικά και ψύχραιμα το πράμα. Γίνεται εν βρασμώ.

  1. Αγαπημένη έκφραση των δημοσιοκάφρων. Ιδού μερικοί τίτλοι:

- Απασφάλισε... ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κατά του πρώην πρωθυπουργού.
- Ο Ανδρουλάκης απασφάλισε κατά του ΠΑΣΟΚ , Πάγκαλου και της Αριστεράς
- Η Φωτεινή Πιπιλή... απασφάλισε και ανταπάντησε στον Παπουτσή «Δεν έχει δουλέψει ούτε ώρα στη ζωή του»
- Απασφάλισε και δεν σταματάει ο Χρυσοχοΐδης

(από το νέτι)

  1. Ε όταν το είδα πια αυτό, δεν άντεξα, απασφάλισα, τον έβρισα, κι έφυγα από το σπίτι.

βλ. και κυκλοφορεί απασφαλισμένος

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified