Συμπιεσμένο όπιο, που μοιάζει με σοκολάτα. Το αναφέρω μιας και πέσανε πολλά για απαγορευμένες ουσίες πρόσφατα.

- Τάκη με έπιασε λιγούρα, πάω περίπτερο να πάρω σοκολατίτσα.
- Άραξε, έχω λίγη από το Μαρόκο, θα σου φύγουν όλα τα ντέρτια.

βλ. και σοκολάτα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified