Η τσατσάρα στο ιδίωμα των φυλακών του Μεσοπολέμου.

Μια παλιά “μπαμπακού” που του έχει είτε δανεισθή είτε ενοικιασθή είτε του έχει προσκαίρως παραχωρηθή από κάποιον συγκρατούμενό του απέναντι κάποιας εκδουλεύσεως, μια “λιάρα”, μια “ποτουργέρα”, ένα “μυτερό”, μια “χλάπα”, ένα “ρηχό”, ένα “βαθύ”, κανένα κουτσό καμινέτο, ένα “μπανιστήρι”, μια “ξεδιαλίστρα”, όλα αυτά τα “υπάρχοντα” είναι γι' αυτόν θησαυρός ανεκτίμητος και απαρτίζουν τα απαραίτητα “τσουμπλέκια” του “νοικοκυριού” του. (Πέτρος Πικρός).

Got a better definition? Add it!

Published