Το μπότοξ που κάνει άντρας, μπρο (bro < brother), δηλαδή αδελφός στη χιπ-χοπική.

Μια χαρά με το μπρότοξ του ο Τσίπρας στο Παλλάς, έτοιμος να ηγηθεί πάλι.

Got a better definition? Add it!

Published