Τυποποιημένο αναφώνημα κοιμωμένου /-ης παρά τη τηλεοράσει άμα του τερματισμού λειτουργίας αυτής.

Σε απλή γλώσσα, ο παππούς / γιαγιά / μαμά / μπαμπάς / οποιοσδήποτε ενώ έχει ρίξει το κεφάλι προς τα πίσω, τάβλα στον καναπέ και ροχαλίζει με το στόμα ορθάνοιχτο, εσύ, παιδί με οικολογικές ευαισθησίες κλείνεις το ρημάδι γιατί «τσάμπα καίει ή λάμπα», προκαλώντας την σχετική αντίδραση.

Εκφωνητής: -... Δυστυχώς ο ενήλικας γλάρος της Γροιλανδίας απειλείται από την μεξικανική φώκια...
Παππούς: -Χρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρ!
Εσύ: (τσακ!)
---1-2 δεύτερα----
Παππούς: - Έβλεπα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified