ο θεόμπαρος ή το θεόμπαρο είναι ο παχύσαρκος.

Προέρχεται απο τον μπαλό, οπου παρατειρείται μετατροπή του λ σε ρ.

Στη λατσοβεγγέρα δικέλαμε τα θεόμπαρα να αβέλουν μπαλόμπα και λατσά χαλέματα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified