ο θεόμπαρος ή το θεόμπαρο είναι ο παχύσαρκος.
Προέρχεται απο τον μπαλό, οπου παρατειρείται μετατροπή του λ σε ρ.
Στη λατσοβεγγέρα δικέλαμε τα θεόμπαρα να αβέλουν μπαλόμπα και λατσά χαλέματα.
Got a better definition? Add it!
Published 2009-03-02 15:14:00+00:00 Last modified 2009-03-11 20:26:05+00:00
I forgot my password!
Choosing "Register" below you agree to the Terms & Conditions and the Privacy Policy.
0 comments