Τσιγκούνης και κακομοίρης μαζί.

  1. Πώς κάνεις έτσι για 5 ευρώ ρε! Τι καρμίρης που είσαι;

  2. Ο Γιώργος είναι τόσο καρμίρης που έχει να βγει κάνα χρόνο (τσιγκουνιά).

(από Mr. Cadmus, 01/03/12)(από Mr. Cadmus, 01/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
didikong

(γυναίκες που μοιρολογούν νεκρό, η έμμετρη έκφραση παλαιόθεν): "αχ, επλάτυνες και τέντωσες καρμίρη μου, μα τα κουκιά είναι λίγα κακομοίρη μου"

#2
Hank

O Μπαμπινιώτης δίνει: καρμοίρης< καρίμοιρος= τιποτένιος, μισθοφόρος< Καρ & μοίρα, επειδή οι Έλληνες περιφρονούσαν τους Κάρες και τους χρησιμοποιούσαν ως δούλους.

#3
Επισκέπτης

«Αλεξάνδρα» ή και «Αλέκα» γνωστή γυναίκα «καρμοίρω» από τους αρχαίους χρόνους.

#4
Khan

Βλ. Σαράντ εδώ για τον καρμίρη, δυστυχώς δεν αντιπροτείνεται άλλη ετυμολογία στην τραβηγμένη του Μπάμπη. Ξέρει κανείς τίποτα;

#5
GATZMAN

Τη λέξη αυτή τη συνέδεα με τη λέξη κάρμα, θεωρώντας ότι η ετυμολογία συνδέεται με ένα κακό κάρμα, ένα κακό πεπρωμένο, το οποίο εστιάζει ειδικότερα σε μια στάση ζωής που χαρακτηρίζεται από: κακομοιριά, τσιγκουνιά και μιζέρια.

#6
Khan

Εδώ άλλη μια υπόθεση.

#7
Mr. Cadmus

Για το φολκλόρ, το σλόγκαν Geiz ist Geil (στο μήδι) είχε μεταφραστεί στα ελληνικά «η τσιγκουνιά είναι μαγκιά», κι αν πιστέψουμε τον θεό γκούγκλη ψιλοαυτονομήθηκε σαν μιμίδιο.