Η ακαταστασία, τα πράγματα άνω κάτω. Σβαρνιάρα γυναίκα, σβαρνιάρης άντρας.
Τι σβαρνιά επικρατεί σε αυτό το σπίτι τέλος πάντων ρε γυναίκα, σκούπισε και τακτοποίησε λιγάκι, άνω κάτω είναι όλα!
Μη σβαρνάς (ή σβαρνίζεις) τα πόδια σου έτσι!
(στην περίπτωση αυτή η σβαρνιά αναφέρεται στο σύρσιμο των ποδιών καθώς κάποιος περπατά).
10 comments
salina
σβαρνίαρα λέγεται και ο χορός καραγκούνα
allivegp
Νόμιζα ότι σβαρνιάρης είναι κάτι σαν παρτάλας.
ο αυτοκτονημενος
@ σαλινα
ναι ίσος διότι είναι ΣΥΡΤΟΣ χορός
ο αυτοκτονημενος
@ αλλιβε
ναι αν προσέξεις τι γράφει ότι τα σέρνει (και σβαρνίζοντας τα κιόλας.)
iron
προφ από την σβάρνα και την αντίστοιχη έκφραση «τα πήρε σβάρνα». σβάρνα είναι νομίζω κάτι που ισιώνει το χώμα στο οργωμένο χωράφι. Σήμερα είναι τρακτεροειδή αυτά. Παλιά δεν ξέρω τι ήταν.
κανας Σάραντ, κανας Πονηρός, κανας Χαλικού ξέρουσι;
MXΣ
Aπό Τριαντάφυλλο:
[μσν. σβάρνα < σλαβ. barna με ανάπτ. προτακτ. [s] από συμπροφ. με το άρθρο στη γεν. εν. και αιτ. πληθ. και ανασυλλ. [tis-va > tizva > tis-zva] ]
Στην Βουλγαρική барна, πληθυντικός για την σιταποθήκη, αχωρώνα.
Anybody else;
allivegp
Είναι αλήθεια, ότι οι σλαύοι μας κληροδότησαν αρκετές λέξεις σχετικές με τη γεωργία όπως σβάρνα, γράνα...
HODJAS
ζβαρνίσκι καταή
poniroskylo
Η σβάρνα είναι ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται για το σπάσιμο των σβόλων και για το ίσιωμα του χωραφιού μετά το όργωμα. Είναι λέξη Σλαβικής προέλευσης και χρησιμοποιείται σχεδόν σε όλο τον Ελλαδικό χώρο.
Δείτε και τις φωτογραφίες.
allivegp
Και το σβαρνούτ ομοίως, (αν και πήγε άπατο).