Και κορκοδειλιάζω.

Μονολεκτικά η έκφραση γίνομαι κροκόδειλος, ή και κορκόδειλας.

Το προσθέτω με την επισήμανση ότι, εκτός από το γίνομαι αλοιφή, κόκαλο, κουνουπίδι, γκολ, κουρούμπελο, σκνίπα, λιάρδα κλπ, σημαίνει και ότι έχω φάει τόσο πολύ που δεν μπορώ να σηκωθώ από το τραπέζι ούτε καν για τσιγάρο. Περιμένω υπομονετικά τον πιο χαρμάνη μαζεύοντας όλες μου τις δυνάμεις, ώστε την κατάλληλη στιγμή να φωνάξω: «και τα δικά μου». Χαρακτηριστική κατάληξη γιορτινού τραπεζιού.

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε περιπτώσεις υπνηλίας χωρίς να έχει προηγηθεί κραιπάλη, π.χ. από συσσωρευμένη κούραση.

Προέρχεται από την παρατήρηση του συμπαθούς ερπετού σε ζωολογικούς κήπους, τσίρκα και άλλα ευαγή ιδρύματα να κάθεται με τις ώρες στην ίδια θέση ακούνητο και με το στόμα μισάνοιχτο και αναρωτιόμαστε αν είναι ζωντανό ή βαλσαμωμένο.

- Πήγατε για τρέξιμο εχθές με τον Μάκη;
- Ποιο τρέξιμο. Παρήγγειλε ούζα και μεζέδες, μας βάρεσε και ο ήλιος… άσ' τα, κορκοδειλιάσαμε. Πάω να την ξαναπέσω.

(από salina, 07/01/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
ΣτοΔγιαλοΧτηνος

σημαίνει και ότι έχω φάει τόσο πολύ που δεν μπορώ να σηκωθώ από το τραπέζι ούτε καν για τσιγάρο.

Δια του παρόντος καταθέτω την πατέντα για το συνώνυμο καρχαρώνω. Όποιος απλώσει το ξερό του θα του το μασουλήσω.